Φυγόστρατοι ή κατσάκηδες

     Η εικόνα του άτακτου, ανυπότακτου αγωνιστή που ζει παράνομα στα βουνά είναι πολύ συνηθισμένη, τόσο στην Ελλάδα με τους κλέφτες και αρματολούς αλλά και τους λήσταρχους αργότερα, όσο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πολλοί απ’ αυτούς ξεχώριζαν για την παλληκαριά τους κι έφτασαν να γίνουν λατρεμένοι ήρωες των αγαθών χωρικών, μέχρι και τραγούδια γράφτηκαν για κάποιους, που εξυμνούσαν τα κατορθώματά τους. Πιο γνωστό απ’ όλα ένα ελληνοτουρκικό τραγούδι, ο τσακιτζής. Εξυμνεί τη δράση κάποιου λήσταρχου που έζησε στα βουνά της Σμύρνης στα τέλη του 19ου- αρχές 20ου αιώνα και ήταν ίνδαλμα για τους Σμυρνιούς. Δεν υπήρχε μικρασιάτης που να μην τραγούδησε τον τσακιτζή, που έφτασε να γίνει θρύλος, τόσο που να μην είναι σίγουρη ούτε η εθνικότητά του. Οι Τούρκοι λένε ότι ήταν Τούρκος, οι Ελληνες ισχυρίζονται πως ήταν γέννημα θρέμμα της Ιωνίας.

   Μια μορφή ανυποταξίας και αντίστασης στη νόμιμη εξουσία ήταν οι κατσάκηδες, οι φυγόστρατοι, κυρίως την περίοδο από το 1908 ως το 1922. Μέχρι την επανάσταση των Νεότουρκων, το 1908, τους χριστιανικούς πληθυσμούς δεν τους πίεζαν στο θέμα της στράτευσης. Έπαιρναν στο στρατό μόνο τους δικούς τους, οθωμανούς κάθε ράτσας. Από το 1908 όμως και ύστερα τους πίεζαν πολύ και η στράτευση έγινε υποχρεωτική. Όταν οι νέοι έφταναν στην ηλικία των στρατιωτικών υποχρεώσεων, υπήρχε, όμως,  νόμος με τον οποίο μπορούσαν να εξαγοράσουν τη θητεία τους, πληρώνοντας σε λίρες «το μπιντέλι». Αρκετές φορές, όμως, όταν κάποιοι δεν είχαν να πληρώσουν ή αρνούνταν την καταβολή του τιμήματος, έπαιρναν τα βουνά. Στα βουνά σχημάτιζαν ομάδες για να επιζήσουν και προέβαιναν σε αρπαγές ερχόμενοι ακόμα και σε συγκρούσεις με τις αρχές. Αυτό συνέβαινε γιατί οι αρχές ή και μεμονωμένα άτομα της διοίκησης συνήθως αυθαιρετούσαν,  ζητώντας δύο και τρεις φορές το τίμημα της εξαγοράς. Με την επικράτηση των Νεοτούρκων και της υποχρέωσης να υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία, αυξήθηκαν οι φυγόστρατοι, οι κατσάκηδες, γιατί ήξεραν ότι αν πήγαιναν, δεν θα γύριζαν ποτέ στα σπίτια τους, κυρίως όσοι θα υπηρετούσαν στο περίφημο τέταρτο σώμα ή στην Ανατολία. Τους τάιζαν ψωμί μόνο από κουκιά. Απελπισμένοι έτρωγαν μόνο χόρτα, τα μπαλντουράνια, δεν ήξεραν τι να κάνουν, δηλητηριάζονταν και πέθαιναν. Αυτοί που πλήρωναν, στρατεύονταν μόνο για δουλειές. Όσοι δε δέχονταν να πληρώσουν ή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα της εξαγοράς της θητείας, έφευγαν στα βουνά και κρύβονταν.

     Έτσι δημιουργήθηκαν οι φυγόστρατοι, οι κατσάκηδες, που πλήθυναν μετά το 1908, επειδή ήξεραν ότι καλούνταν όχι να υπηρετήσουν, αλλά να εξοντωθούν. Κάποιοι περνούσαν στα «ελληνικά», όπου μαίνονταν ο Μακεδονικός Αγώνας. Είχε  δημιουργηθεί μάλιστα και οργάνωση του Παύλου Μελά στην Ανατολική Θράκη.

     Οι φυγόστρατοι ήταν οπλισμένοι και οι Τούρκοι δεν τολμούσαν να πλησιάσουν. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που οι φυγόστρατοι απέτρεψαν καταστροφές και καψίματα χωριών, όπως και περιπτώσεις που εκδικήθηκαν για δεινά συγχωριανών τους. Ακόμη και συγκρούσεις με τον ελληνικό στρατό υπάρχουν.

Κάποτε οι φυγόστρατοι με τ’ άλογά τους και οπλισμένοι, μπήκαν το χωριό, πήγαν σ’ ένα γάμο, χόρευαν, πυροβολούσαν, χωρίς να φοβούνται τους Τούρκους. Χτυπούσαν τους ισχυρούς, τους έπαιρναν τ’ άλογά τους και τα πρόβατά τους, χωρίς να τολμούν πάντα να τους εκδικηθούν οι Τούρκοι. Και όταν τους έδωσαν αμνηστία, πάλι δεν ησύχαζαν. Στις Μαύρες χτύπησαν έναν πλούσιο, «τον Κακούργο», όπως τον αποκαλούσαν. Τον ίδιο δεν τον έπιασαν. Πήραν όμως τα κοπάδια του και ο καθένας μετά πήγε στο σπίτι του και κοιμήθηκε. Οι αρχές όμως ειδοποιήθηκαν και κύκλωσαν το χωριό. Λίγοι σώθηκαν. «Οι περισσότεροι χωριανοί μου», λέει ο Φακιρίδης, «ήταν πολύ ανήσυχοι. Προκοπή δεν είδαν. Πολλοί σκοτώθηκαν». Πολλές φορές, με αφορμή τη δράση τους, οι κάτοικοι κρύβονταν στο παρακείμενο τεχνητό δάσος των βελανιδιών. Ανάλογα με τις φήμες, έμεναν κρυμμένοι δύο με τρεις μέρες και επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Στο βουνό, στο Ιερό όρος, βρίσκονταν 10-15 φυγόστρατοι, που δεν είχαν να πληρώσουν ή τους καλούσαν και αρνούνταν τη στράτευση.

Με τη στάση αυτή των Νεοτούρκων, τα βουνά, και κυρίως το Κουρού Νταγ, γεμίζουν φυγόστρατους. Οι ομάδες αυξάνονται και φυσικά η αναρχία και η βία φουντώνουν. Οι φυγόστρατοι των χωριών τροφοδοτούνταν από τους οικείους τους σε διαφορετικά και προεπιλεγμένα σημεία. Πολλές νύχτες έμπαιναν στο χωριό και πήγαιναν στα σπίτια τους.

Μια μέρα, το 1917-18, γίνονταν δύο γόμοι και ένας αρραβώνας στο χωριό. Ξαφνικά εμφανίστηκαν ληστές και μάλιστα αρκετοί ήταν μεταμφιεσμένοι σε αξιωματικούς. Ήταν από τα Μάλγαρα, το Θυμίτ Κιόι, το Ντεβετζίκ Κιόι και το Τσιλντίκ. Ήπιαν, μέθυσαν και χόρευαν ένα δισάκι που είχε μέσα το κεφάλι ενός Τούρκου. Στο σπίτι του Νικολάκη Κολαρά, αρραβώνιαζαν την αδερφή του. Έδεσαν τα άλογα αυλή, έβγαλαν το κεφάλι του Ραμανδάν αγά και το έδειχναν. Τον βρήκαν στο δρόμο και χωρίς να ξέρουν ποιος είναι τον σκότωσαν. Ο κόσμος είδε, ο Ραμανδάν χάθηκε. Ήταν καλός νοικοκύρης και έκανε φιλανθρωπίες χωρίς διακρίσεις. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Ένα φιλήσυχο χωριό εκτέθηκε και απειλούνταν με αντίποινα από ενέργειες συμμοριών άλλων περιοχών.

Αναφέρεται η δράση του Κυπαρίσση από το Κίσκαμπαν που μάλιστα έφτασε στο σημείο συγκρουστεί και με τον ελληνικό στρατό στην απελευθέρωση, στο πηγάδι του Χατζή. Όταν τον συνέλαβαν ισχυρίστηκε ότι νόμιζε ότι πολεμούσε Τούρκους. Όπως επίσης και ο Βαρσάμης κάποιος που τον αποκαλούσαν «το μαύρο μουστάκι», περιώνυμοι για τον φόβο που προξενούσαν στους Τούρκους.

 

κατσάκης και κατσιάκης: Ο φυγάς, ο δραπέτης, αλλά και ο λαθρέμπορος. Ειδικά σε μικρασιάτικα συμφραζόμενα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, κατσάκηδες είναι οι ρωμιοί φυγόστρατοι, που κρύβονταν για να μην τους πάρουν στα φοβερά τάγματα εργασίας. Από το τουρκικό kaçak. Υπάρχει και ως επώνυμο.

Στα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, ο αφηγητής εφοδίαζε με μπαρούτι και τροφές τους κατσάκηδες που κρύβονταν σε μια σπηλιά. Αργότερα, έγινε κατσάκης και ο ίδιος. Σε ένα διήγημα του Κόντογλου, διαβάζουμε ότι σ’ ένα μοναστήρι έβρισκαν φιλοξενία όλοι, ακόμα και «κοντραμπατζήδες, φονιάδες, κατσάκηδες, ληστές».

Κατσάκικος ήταν ο λαθραίος καπνός που κυκλοφορούσε εκτός μονοπωλίου. «Να φτιάνουμε τώρα κι ένα κατσάκικο», εννοώντας τσιγάρο, λέει ο γύφτος στον Μέλιο, στο Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα του Λουντέμη. Από την ίδια ρίζα και η έκφραση «κάνω κατσάκι» που ακούγεται στη Θράκη για το σκασιαρχείο, τη σχολική κοπάνα δηλαδή, και, μάλλον, η πανελλήνια «την κάνω κατσίκα»

 

 

   pic33-image001

     Ο Τσακιτζής βγήκε στην παρανομία και σχημάτισε ένοπλη ομάδα με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, που ήταν κι εκείνος παράνομος και τον σκότωσαν με δόλο οι ζαπτιέδες, κατά διαταγή του βαλή της Σμύρνης και του ίδιου του Σουλτάνου. Με αυτό ως αφορμή, ο Τσακιτζής θεώρησε σαν εχθρό του ολόκληρη την κρατική εξουσία και τους εκπροσώπους της: τους ζαπτιέδες, τους τζανταρμάδες, τους μισθοφόρους τουφεξήδες και τους αξιωματικούς τους, κι εξόντωσε πολλούς από αυτούς.

    Η ένοπλη δράση του Τσακιτζή, του πατέρα του, όπως και των άλλων εφέδων της φυλής τους, ίσως να σχετίζεται με τις μεγάλες εξεγέρσεις των Ζεϊμπέκων του 19ου αι. εναντίον του τουρκικού κράτους που κατέστρεφε τον τρόπο ζωής τους και τους καταπίεζε.

   Βλέποντας ότι το κράτος τους καταπίεζε, ο Τσακιτζής παρακίνησε τους φτωχούς αγρότες να μην πληρώνουν φόρους, κι απαγόρεψε στους φοροεισπράκτορες, με ποινή θανάτου, να έρχονται στην περιοχή που είχε κάτω από τον έλεγχό του.

   Ξεκινώντας με την πρόθεση να αποδώσει μόνος του δικαιοσύνη σε μια προσωπική αδικία που του κάνανε, ο Τσακιτζής έφτασε στην ιδέα να απονείμει, γενικότερα, δικαιοσύνη στην περιοχή του και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Έτσι, άρχισε να αποσπά με τη βία μεγάλα ποσά απ’ τους πλουσίους, τους τσιφλικάδες, τους προύχοντες, και τους τοκογλύφους και να τα χρησιμοποιεί προς όφελος των οικονομικά αδυνάτων. Έκανε δωρεές, προίκιζε φτωχές κοπέλες, έχτιζε γεφύρια, βρύσες, έφτιαχνε κοινωφελή έργα. Οι πλούσιοι Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι και άλλοι, διαμαρτύρονταν στις αρχές και ζητούσαν την εξόντωση του Τσακιτζή. Όμως οι φτωχοί, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, τον αγαπούσαν, τον προστάτευαν και του πλέκανε τραγούδια στα ελληνικά, στα τούρκικα, στα αρμένικα.

                      από την ιστοσελίδα http://mare1952.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: