τα αγοράκια με τα σπίρτα

     Τα παρατσούκλια είναι συνηθισμένα από τον Όμηρο ακόμη. Μερικές φορές έχουν γίνει «ομηρικοί» καβγάδες γι’ αυτά. Άλλες φορές γίνονται αποδεκτά και είναι και πολύ χρήσιμα μάλιστα γιατί διευκολύνουν τη διάκριση ανάμεσα σε πολλά άτομα που έχουν το ίδιο όνομα. Συχνά οι άνθρωποι βαφτίζονται δύο φορές: Μία από τον παπά, που τους δίνει το όνομα που επιθυμούν οι γονείς ή ο νονός τους, και μία από κάποιον συχωριανό τους, ο οποίος τους δίνει το παρατσούκλι τους,  που δεν δίνεται τυχαία αλλά εκφράζει κάποιες αποκλειστικές και χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες. Είτε κάποιο σωματικό ή πνευματικό χαρακτηριστικό (Γαλάζιος, Καρα…, Δελη…) είτε  συνήθειες ή πράξεις, λέξεις ή φράσεις που συνηθίζει.

     Τα παρατσούκλια δίνονται κυρίως στους άντρες. Οι γυναίκες σπάνια μπορούν να …χαρούν τη δημοσιότητα του δικού τους ατομικού παρατσουκλιού. Αφομοιώνουν συνήθως το παρατσούκλι του πατέρα ή του συζύγου τους, όταν παντρεύονται (Μπαριάμαινα). Δεν πρέπει να είναι λίγες οι περιπτώσεις στο παρελθόν όπου το επίσημο οικογενειακό επίθετο εξαφανίστηκε ολότελα κάτω από την συντριπτική επιβολή που ασκεί κάποιο παρατσούκλι.

Με ένα τέτοιο παρατσούκλι έχει σχέση η ιστορία που θα αφηγηθώ. Παρατσούκλι που προήλθε από κάποια πράξη σε πολύ νεαρή ηλικία.

    Πόρπη 1951, Καλοκαίρι. Ο Δημητράκης, 5 χρονών, ο μικρότερος από τα τέσσερα αδερφάκια του παίζει αμέριμνος στην αυλή του σπιτιού τους. Τότε δεν υπήρχαν ακόμη τούβλινα σπίτια ή αποθήκες. Όλα τα σπίτια, που χτίστηκαν βιαστικά και πρόχειρα 20 με 25 χρόνια πρωτύτερα, ήταν πλίνθινα, χαμηλά και στενόχωρα, με ξύλινη οροφή και καλάμια ή κεραμίδια ενώ βοηθητικά υπήρχαν πρόχειρα παραπήγματα για αποθήκες και εργαστήρια. Εκεί στήνονταν ο αργαλειός, βασικό εργαλείο των νοικοκυρών τότε, αφού όλη σχεδόν η «προίκα» του σπιτιού από εκεί περνούσε. Εκεί φτιάχνονταν κουρελούδες, χαλιά, σκεπάσματα κλπ. Μικρά τα σπίτια αλλά ανοιχτές οι καρδιές των νοικοκυραίων τους. Φιλοξενούσαν και μάλιστα για μεγάλο διάστημα και συγγενείς που έρχονταν από μακρινά μέρη και λόγω των δυσκολιών της μετακίνησης, πολλές φορές, ξεκαλοκαίριαζαν ως φιλοξενούμενοι. Εκεί λοιπόν, σε μια αυλή, νοικοκύρηδες, «γκζάνια», φιλοξενούμενοι, ζώα, παραγωγές εύρισκαν το δικό τους χώρο και βολεύονταν μια χαρά.

     Το Καλοκαίρι αυτό η οικογένεια του Δημήτρη φιλοξενούσε συγγενείς από την »πολύ μακρινή» Πάνδροσο, που είχαν μαζί τους και την πολύ μικρή τότε Μάρθα. Ο θείος από την Πάνδροσο, λοιπόν, ξέμεινε από τσιγάρα κι από φωτιά, οπότε έστειλε τον μικρό Δημήτρη στο μοναδικό περίπτερο του χωριού, στον Σταυράκη, κάπου εκεί μπροστά στην εκκλησία του χωριού. Τα θελήματα τότε, δεν ήταν ακριβώς θελήματα, από την άποψη ότι ο μικρός στην ουσία διατάζονταν να εκτελέσει, δεν έμπαινε θέμα αν ήθελε ή αν δεν ήθελε. Δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθεί μικρός εντολή μεγάλου. (Έχω πικρά πείρα από παρόμοιο περιστατικό που μου συνέβη σε παρόμοια περίπτωση. Με έστειλε για τσιγάρα ο γείτονας μπαρμπα Κώστας, θεριακλής καπνιστής, σε ακατάλληλη περίσταση. Είχα πολύ έντονες κοιλιακές ενοχλήσεις και μόλις κόντευα να φτάσω στο σπίτι μας για να κάνω αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι, σ’ όλον τον κόσμο, μικροί-μεγάλοι, πλούσιοι-φτωχοί, κρατώντας με χίλια ζόρια αυτό που ήθελε οπωσδήποτε να βγει.  Σε τέτοια στιγμή με πέτυχε ο μπαρμπα Κώστας και μ’ έστειλε να του φέρω τσιγάρα από το μακρινό περίπτερο. Πού να ξέρει αυτός το ζόρι μου! Κι εγώ, πού να αρνηθώ! Για να μην τα πολυλογώ, όταν γύρισα από το περίπτερο δεν χρειαζόμουν πια τουαλέτα αλλά γερό πλύσιμο και μέρος να κρυφτώ από την ντροπή μου!)

        Ο μικρός Δημητράκης, παιδάκι σβέλτο, έξυπνο, κοινωνικό αλλά και τζαναμπέτικο εκτέλεσε αμέσως την εντολή του θειού του. Στο δρόμο από παιδική περιέργεια θέλησε να δοκιμάσει να ανάψει ένα σπίρτο. Ο πατέρας του ήταν καπνιστής και είχε δει πολλές φορές πώς ανάβουν τα σπίρτα. Μη νομίζετε πως το παραμύθι του Άντερσεν1 δεν έχει πραγματική βάση. Η φωτιά έλκει μαγικά τους ανθρώπους κι ασκεί πάνω τους μια ιδιαίτερη γοητεία. Εδώ κοτζάμ αυτοκράτορας, ο Νέρωνας, κόρωσε ολόκληρη Ρώμη για να «χαρεί» το θέαμα! Να μην μιλήσω για μάγους, για σατανιστές, για πυροβασίες, για κλήδονες κι Αη Γιάννηδες κι άλλα που θέλγουν τους ανθρώπους. Σε όλη τη διαδρομή ο Δημητράκης πάσχιζε να ανάψει ένα σπίρτο. Ο κύριος Μπικ δεν είχε ανακαλύψει ακόμη τότε τους αναπτήρες του  (1973). Υπήρχαν βέβαια κάποιοι αναπτήρες παλαιολιθικοί που ήταν μπελαλίδικοι, ήθελαν τσακμακόπετρες, ίσκα2, πετρέλαιο. Οπότε οι περισσότεροι κατέφευγαν στα σπίρτα και μάλιστα Ελληνικά, που είχαν δυο χαρακτηριστικά: πρώτον ήταν μονοπώλιο, μόνο το ελληνικό Δημόσιο δικαιούνταν να τα κατασκευάσει και δεύτερον (και σημαντικότερο): άναβαν πολύ δύσκολα αλλά έτσι κι άναβαν δεν έσβηναν μετά, ακόμη κι αν φυσούσε κι αν έβρεχε. Τόσο επίμονα ήταν!

        Προσπαθούσε επανειλημμένα ο Δημητράκης, τρίβοντας το κεφάλι του σπίρτου στο πλάι του σπιρτόκουτου αλλά το ρημάδι το σπίρτο τρόμαξε να ανάψει, μόλις είχε μπει στην αυλή του σπιτιού τους. Φωτίστηκαν τα μάτια του μικρού στα θέαμα της σπίθας που ξεπηδώντας από το κεφάλι του σπίρτου από κόκκινη έγινε μπλε φλόγα, συνοδευόμενη μάλιστα από τη χαρακτηριστική μυρωδιά του καμένου μπαρουτιού. Φωτίστηκε όμως πολύ γρήγορα κι η πλάση, αφού το παλιοσπίρτο δεν έσβηνε όταν το πετούσες. Πήραν φωτιά τα ξερόχορτα και σχεδόν αμέσως κόρωσε η διπλανή ξύλινη καλύβα τους, μέσα στην οποία υπήρχε ο αργαλειός τους αλλά και κάποια γεωργικά ξύλινα σύνεργα, εξαρτήματα για το κάρο (αγκούσια3, παραπέτα κλπ). Ευτυχώς η γειτονιά λειτουργώντας εν είδει 199 βοήθησε αμέσως. Άλλοι με κλαριά, άλλοι με κουρελούδες, με φτυάρια και τσάπες κατάφεραν η ζημιά να περιοριστεί μόνο στην αποθήκη, στον αργαλειό και στα εργαλεία. Έτσι, σε λίγα χρόνια το περιστατικό ξεχάστηκε, αφού οι συνέπειές του, ευτυχώς, δεν ήταν πολύ βαριές.

     Αυτό που δεν ξεχάστηκε όμως και κρατάει ζωντανό το γεγονός είναι το παρατσούκλι που του κόλλησαν από τότε και μάλιστα κάποιος συγγενής του μικρού: «καψοκαλύβας». Αυτό πλέον έγινε το όνομά του. Πιθανότατα ο νέος νονός θα είχε ακούσει από τις αφηγήσεις των παλιών πολεμιστών της Μικρασίας το επίθετο καψοκαλύβας. Έτσι αποκαλούσαν κοροϊδευτικά τον πρίγκηπα Ανδρέα οι στρατιώτες του 2ου Σ.Σ. που ήταν υπό τις διαταγές του. Ο πρίγκηπας Ανδρέας είναι ο πατέρας του Φίλιππου, συζύγου της Βασίλισσας Ελισσάβετ της Αγγλίας. Είναι ο πεθερός, δηλαδή, της βασίλισσας της Αγγλίας, της Ελισάβετ, και ο παππούς του Κάρολου, του διαδόχου του θρόνου. Ο πρίγκηπας Ανδρέας καταπώς όριζε το συνήθειο της εποχής ανέλαβε στρατιωτικά καθήκοντα. Έφτασε μάλιστα στο βαθμό του Αντιστράτηγου, χωρίς ασφαλώς να αποδείξει έμπρακτα πως άξιζε κάτι τέτοιο. Ίσα ίσα ούτε στους Βαλκανικούς ούτε στη Μικρασία έδειξε να μπορεί να διοικεί στρατιωτικά τμήματα. Στη Μικρασία μάλιστα ανέλαβε διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού κι αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε εξορία για τα λάθη που έκανε ως διοικητής. Αυτό που έκανε ήταν να δίνει, όπως έλεγαν οι στρατιώτες του, εντολή να καίνε συστηματικά αγροικίες και παραπήγματα σε τουρκικά χωριά της Μικρασίας. Έτσι του κολλήθηκε το παρατσούκλι «καψοκαλύβας», αφού η στρατηγική ικανότητα του πρίγκηπα περιοριζόταν στο κάψιμο των καλυβιών.

   Το παρατσούκλι αυτό, λοιπόν, προϋπήρχε. Αν πατήσετε στο Google το λήμμα «καψοκαλύβας» μην περιμένετε ότι θα βρείτε καμιά αναφορά στον αγαπητό συγχωριανό μας. Ο Δημήτρης ποτέ δεν καταγράφηκε στο google για το παιδικό του «κατόρθωμα» ούτε θα καταγραφεί ποτέ. Σίγουρα ο μπαρμπα Βαΐτσης θα το είχε ακούσει από τις πολύ συχνές αφηγήσεις από το Μικρασιατικό πόλεμο και το κόλλησε στο συγχωριανό μας, που παρεμπιπτόντως, συνδέεται με τον πρίγκηπα Ανδρέα και με την Κέρκυρα. Γαμπρός Κερκυραίος ο συγχωριανός μας. Ο πρίγκηπας πάλι στην Κέρκυρα έζησε πολλά χρόνια, εκεί γεννήθηκε το 1921 ο γιος του Φίλιππος, στην Κέρκυρα κατέφυγε μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Πέρα, λοιπόν, απ΄ το «κοριτσάκι με τα σπίρτα» υπάρχουν και τα αγοράκια, μικρά ή πιο μεγάλα.

καψοκλύβας

 

1. Πρόκειται για το γνωστό παραμύθι «το κοριτσάκι με τα σπίρτα»

2. η ίσκα ήταν το φιτίλι , η κλωστή που έβαζαν στον αναπτήρα

3. τα αγκούσια ήταν ξύλινα παραπέτα που έβαζαν στα κάρα για να μετφέρουν άχυρο ΄’η χόρτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: