οι πρώτοι Γενάρχες

    Κατάλογος αγροτών προσφύγων 1928

     Το  1928 έγινε μια μεγάλη, γιγάντια, ομολογουμένως, προσπάθεια από το ελληνικό κράτος, να καταγράψει τους Πρόσφυγές του. Προσπαθούσε να συμμαζέψει τα συντρίμμια που προκάλεσαν οι δεκαετείς πολεμικές επιχειρήσεις, η Μικρασιατική καταστροφή και το τεράστιο κύμα προσφύγων, κάπου 1,5 εκατομμύριο, σε ένα κράτος με πληθυσμό 6 εκατομμυρίων.

    Οι πρόσφυγες αρχικά εγκαταστάθηκαν είτε σε σπίτια μουσουλμάνων που είχαν ακολουθήσει με την ανταλλαγή αντίστροφη μ’ αυτούς πορεία είτε σε παράγκες και αυτοσχέδια παραπήγματα. Το μυαλό τους ήταν στην πατρίδα. Οι πιο πολλοί από αυτούς τους πρώτους πρόσφυγες έφυγαν από αυτό το μάταιο κόσμο προσδοκώντας πως αργά ή γρήγορα θα γυρίσουν πίσω, «στην Πατρίδα». Μάλιστα στις γιορτές τσούγκριζαν τα ποτήρια τους ευχόμενοι: «καλή Πατρίδα».

     Το 1928, έξι χρόνια μετά τον ξεριζωμό οι πρόσφυγες αρχίζουν να χάνουν την ελπίδα της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. Ελπίζουν ότι τουλάχιστον θα αποζημιωθούν για τις περιουσίες που εγκατέλειψαν. Στα πλαίσια αυτής της ελπίδας το ελληνικό κράτος προσπαθεί να καταγράψει τους πρόσφυγές του. Συμπληρώνει μετά από εργώδη προσπάθεια τα ονόματα των αγροτών προσφύγων, κάπου 700.000, για να πάρουν την αποζημίωση για τις απολεσθείσες περιουσίες. Η καταγραφή των προσφύγων ήταν πολύ δύσκολη: διπλά ονόματα, διαφορετικές ονομασίες χωριών, μετακινήσεις προσφύγων, που άλλαζαν τακτικά τόπο για να βρουν καλύτερες συνθήκες.

     Το πρόβλημα με τα ονοματεπώνυμα

Στην «Πατρίδα» οι υπήκοοι, κάθε φυλής και θρησκεύματος, δεν είχαν επώνυμο. Σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπήρχαν επώνυμα. Οι κάτοικοι γράφονταν με το βαφτιστικό τους όνομα και το όνομα του πατέρα τους. Σε πολλές περιπτώσεις το όνομα του πατέρα τους μπορεί να ήταν το υποκοριστικό (κατάληξη σε -ούδης, -άκης, -ογλου κ.α.). Σε κάποιες περιπτώσεις η οικογένεια μπορεί να είχε ένα προσωνύμιο, ένα παρατσούκλι, για να ξεχωρίζει από τους συνονόματους. Χρησιμοποιούνταν, λοιπόν, αυτό το προσωνύμιο μαζί με το βαπτιστικό όνομα. Το 1934 η Τουρκία, καθιέρωσε τη χρήση επωνύμων. Μάλιστα τιμητικά ο πρώτος που πήρε επώνυμο ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ, ο ιδρυτής της Τουρκίας, που πήρε το επώνυμο Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων), μαζί με τον Ισμέτ Πασά, πήρε το επώνυμο Ινονού (από το όνομα περιοχής που διακρίθηκε ως στρατιωτικός διοικητής).

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 και την αλλαγή πολιτικής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (υποχρεωτική στράτευση των Ελλήνων στον Οθωμανικό στρατό, δημιουργία ταγμάτων εργασίας, των αμελέ ταμπουρού, βίαιοι εξισλαμισμοί, διώξεις κλπ) πολλοί Έλληνες της Αν. Θράκης, Μικρασιάτες και Πόντιοι καταφεύγουν στην Ελλάδα. Το κύμα των προσφύγων μεγάλωσε με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-12), τις Βουλγαρικές διώξεις, τη συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄΄ Παγκόσμιο πόλεμο και -κυρίως- με τους συστηματικό διωγμό που ασκείται από το 1914 εναντίον των Ελλήνων. Οι περισσότεροι από αυτούς κατέφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα, κυρίως στην νεο- απελευθερωθείσα Μακεδονία. Εκεί έγιναν πλέον Έλληνες υπήκοοι κι απόκτησαν επίσημο επώνυμο, αφού στην Ελλάδα καταγράφονταν επίσημα με ονοματεπώνυμο. Το 1920, με την ένωση της Ανατολικής Θράκης επέστρεψαν οι περισσότεροι στα σπίτια τους. Οι Έλληνες αυτοί είχαν αποκτήσει επίσημα Ελληνικό επώνυμο, αφού είχαν πλέον καταγραφεί επίσημα ως Έλληνες υπήκοοι. Όσοι δεν είχαν Επώνυμο, οι Έλληνες δηλ. που δεν μετακινήθηκαν στην Ελλάδα κατά το προηγούμενο διάστημα, πήραν επώνυμο το 1922-23 από τις επιτροπές καταγραφής προσφύγων που συστάθηκαν τότε.  Οι συνθήκες καταγραφής ήταν δύσκολες. Γι’ αυτό υπήρξαν διπλοεγγραφές ή εγγράφηκαν με διαφορετικό ή παραπλήσιο επώνυμο μέλη της ίδιας οικογένειας. Σε πολλές περιπτώσεις τα μέλη της επιτροπής αυτοσχεδίαζαν ή εφεύρισκαν οποιοδήποτε επώνυμο.

     Οι πρώτοι γενάρχες της Πόρπης

    Στην Πόρπη, στην οποία υπήρχε ένας μικρός μουσουλμανικός οικισμός από μουσουλμάνους που μετακινήθηκαν από τη Βουλγαρία από το 1882 περίπου, εγκαταστάθηκαν αρχικά 60 οικογένειες ή μέλη οικογενειών. Κάποιοι γράφονταν δυο φορές για να πάρουν διπλάσια αποζημίωση ή κλήρο, κάποιοι αναφέρονται με 2 ή και τρία επίθετα (π.χ.  Αργυρακάκης ή Αργυράκης ή Δεληαργυρίου – Παιδαράκης, Πεδαράκης, Πεδαρές), ενώ και στην ορθογραφία υπάρχουν προβλήματα. Οι πρώτοι κάτοικοι είναι από το Μαστανάρι Μαλγάρων Ηρακλείας. Αφού μετακινήθηκαν δυτικά από την πατρίδα τους τον Οκτώβριο – Νοέμβριο 1922, πέρασαν τον ποταμό Έβρο. Πέρασαν δύσκολο Χειμώνα στην περιοχή Διδυμοτείχου αρχικά, σε χωριά της Αλεξ/πολης αργότερα κι αφού εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Αρωγή, έφυγαν από την άγνωστη κι εχθρική γι’ αυτούς παραθαλάσσια περιοχή, προτιμώντας τα γνωστά τους μπαΐρια, εκεί που είναι σήμερα η Πόρπη. Μερικές οικογένειες (Παιδαράκης Αναγνώστης) έμειναν στη Μέση αλλά γνώρισαν εχθρική αντιμετώπιση από τους κατοίκους της και μετακινήθηκαν στην Πόρπη, όπου είχαν εγκατασταθεί συγγενείς τους Μασταναριώτες. Η μορφολογία του εδάφους, το ανάγλυφο της περιοχής, η δυνατότατα να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που ήξεραν να κάνουν καλά τους οδήγησαν εκεί.

    Παραδοσιακοί εργάτες της γης και κτηνοτρόφοι, εργατικοί και οικονόμοι, νοικοκύρηδες κι ακάματοι ζευγάδες μετέτρεψαν τον ξερότοπο σε χωριό. Έκτισαν με τη μικρή βοήθεια που τους παρείχε το ρημαγμένο κράτος τους, είτε με προμήθεια υλικών είτε με επιστασία τα σπιτάκια του, δίχωρα με σουντρουμά, έσκαψαν βαθιά να βρουν νερό κι έκαναν πηγάδια, έφραξαν τις αυλές τους, ξεχέρσωσαν μποζαλίκια και τσαΐρια, έσκαψαν, όργωσαν, καλλιέργησαν και παρήγαγαν αυτά που πάντα ήξεραν: σιτάρι, σίκαλη, βρώμη, σουσάμι, σινάπι, καλαμπόκι, τριφύλλι. Το βαμβάκι και το λινάρι, απ’ όσο ξέρω, διαδόθηκε μετά τη βουλγαρική Κατοχή.

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑