ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ

Οι Μικρασιάτες της Πόρπης προέρχονται από 2 τουλάχιστον διαφορετικούς τόπους: από το Χριστιανοχώρι ή Γκιαούρκιοϊ και από το Μάλκατζι, γειτονικά χωριά στη Σμύρνη. Στην Πόρπη εγκαταστάθηκαν γύρω στο 1930, αφού πρώτα περιπλανήθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν σε αρκετά μέρη: Σάμο (οι Κοντονικολάου), Βόλο, Θήβα.  Ενεγράφησαν ως πρόσφυγες σε χωριά της Σταυρούπολης Ξάνθης (το 1928 ανήκε στο νομό Δράμας, ονόματι Άνυδρο) και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Πόρπη.

  1. Χριστιανοχώρι ή Γκιαούρκιοι: οικογένειες Βαπόρα, Γκαράνη, Δεληβασίλη,Κοντονικολάου, Κουμπουτζή, και Πασσαρή
  2. Μάλκατζι: οικογένειες Μπεγιάζη
Χάρτης
Στο χάρτη της Σμύρνης και των γειτονικών της περιοχών σημειώνονται τα γειτονικά χωριά Γκιαούρκιοϊ και Μάλκατζι. Το Μάλκατζι σήμερα δεν υπάρχει, έγινε λίμνη, ενώ το Γκιαούρκιοϊ μετονομάστηκε σε Ahmetbeyli

αφήγηση Μανώλη Κοντονικολάου:

Η οικογένεια του πατέρα μου ζουσε στο Γκιαουρκιοι, σε ελευθερη μεταφραση Ελληνοχώρι η Χριστιανοχώρι. Το Γκιαούρκιοϊ ήταν ένα χωριό με 1000 περίπου κατοίκους, όλους Έλληνες. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων είχε καταγωγή από τη Σάμο. Βρισκόταν στη δυτική ακτή της Μ. Ασίας, 55 χλμ ΝΔ της Σμύρνης και 18 χλμ ΒΔ της Εφέσου. Απείχε 4 χλμ από τη θάλασσα. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία (από τα πλέον αρωματικά καπνά), την κτηνοτροφία και το γεωργικό εμπόριο. Περιβαλλόταν από την αρχαία Κολοφώνα (13 χλμ.), το μαντείο της αρχαίας Κλάρου (3 χλμ.) και το αρχαίο Νότιον (4 χλμ.). Με τη Μικρασιατική καταστροφή κατέφυγαν όλοι πρόσφυγες στην Ελλάδα. Σήμερα ονομάζεται Ahmetbeyli και κατοικείται από πρόσφυγες Τούρκους από την Δράμα, την Καβάλα κλπ.
   Στο Γκιαούρκιοϊ είχε κατάστημα με είδη Γενικού Εμπορίου (τρόφιμα, υποδήματα, καύσιμα κλπ.) και παράλληλα ασχολούνταν με τη γεωργία. Με την καταστροφή αρχικά μετακινήθηκαν στη Σάμο και στη συνέχεια στη Θήβα και τελικά εγκαταστάθηκαν σε όλη την Ελλάδα. Πριν 5 χρόνια πήγαμε όλη η οικογένεια με αυτοκίνητο σε μία εκδρομή για 3 εβδομάδες σχεδόν στη μισή Τουρκία και περάσαμε από το χωριό όπου σχεδόν όλοι μιλούσαν Ελληνικά. Λέγανε για την Ελλάδα και κλαίγανε (η προσφυγιά έχει πόνο για όλους τους λαούς).

 

Ο Μπουτζάς της Σμύρνης

mpoytzas

Του Θοδωρή Κοντάρα

Ένα από τα πιο γραφικά και φημισμένα χωριά-προάστια της Σμύρνης ήταν ο καταπράσινος Μπουτζάς, ονομαστός για το καλό κλίμα, για την εργατικότητα των Ελλήνων κατοίκων του και για τις ωραίες επαύλεις του. Είναι χτισμένος 9 χλμ. ν.-να. της Σμύρνης, σε περιοχή πολύ εύφορη, κατάλληλη για παραθερισμό και υγιεινή διαβίωση. Ανατολικά απλώνεται μια μεγάλη και πλούσια πεδιάδα, εύφορη και αποδοτική. Το κλίμα της περιοχής είναι γλυκό, ιδανικό για τις μεσογειακές καλλιέργειες, ιδίως της ελιάς και του αμπελιού.

Για την ονομασία Μπουτζάς πολλά έχουν ειπωθεί, αναφέρουν συχνά την τοποθεσία της Κόγχης, που βρισκόταν κοντά στη Σμύρνη και τη βασιλική οδό. Η Κόγχη μετά την τουρκική κατάκτηση το 15ο αι. μεταφράστηκε ακριβώς σε Μπουτζάκ (τουρκ. Bucak: γωνιά, κόχη), πράγμα που συνέβη συχνότατα στη Μικρασία, στην Αρμενία και στα Βαλκάνια με τα προϋπάρχοντα των Τούρκων ελληνικά και άλλα τοπωνύμια. Έτσι, από το Μπουτζάκ προήλθε το σημερινό όνομα Μπουτζάς (τουρκ. Buca), που μαρτυρείται γραπτώς τουλάχιστον από το 17ο αι., με διάφορες παραφθορές. Φαίνεται πως ο πρώτος οικιστικός πυρήνας του Μπουτζά ήταν τα Τσερκέζικα κι ο Απάνω Μαχαλάς, γύρω από την εκκλησιά του

Οι Λεβαντίνοι της Σμύρνης άρχισαν να χρησιμοποιούν τον Μπουτζά ως παραθεριστικό κέντρο από το 17ο αι., λόγω του υγιεινού κλίματος. Εγγλέζοι έμποροι εμφανίζονται εδώ από τα τέλη του 18ου αι. και κοντά σ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν πολλοί εξέχοντες Έλληνες Σμυρνιοί, από τις σπουδαιότερες οικογένειες της πόλης. Χτίστηκαν σταδιακά εκατοντάδες  επαύλεις κι εξοχικές κατοικίες, οι οποίες γύρω στα 1900 έδιναν στο σμυρναίικο προάστιο τον αέρα εξελιγμένης ευρωπαϊκής κωμοπόλεως κι όχι αγροτικού χωριού, παρόλο που τέτοιος ήταν κατά βάση ο Μπουτζάς. Μερικές βίλλες ήταν πολυτελέστατες – παλάτια σωστά – με εντυπωσιακούς κήπους, σιντριβάνια, αγάλματα κλπ.

Συχνά επισκέπτονταν τον Μπουτζά διασημότητες και φιλοξενούνταν στις βίλλες του, όπως ο λόρδος Μπάιρον (1810), ο βασιλιάς Όθων (1833), που έγινε θερμότατα δεκτός, και η τέως βασίλισσα της Γαλλίας Ευγενία (1907).

Ο Μπουτζάς, έτσι όπως τον ξέρουμε από τα χρόνια των παππούδων μας, ήταν σχεδόν ελληνικός, με 10.-12.000 κατοίκους, όλους Έλληνες, πλην λίγων οικογενειών Τούρκων πλουσίων και στρατιωτικών, ελαχίστων Αρμενίων εμπόρων και πολλών Λεβαντίνων (Γάλλων, Ιταλών, Ολλανδών κι Εγγλέζων – 120 φραγκόσπιτα όλα κι όλα). Το καλοκαίρι βέβαια ο πληθυσμός έφτανε τις 20.000, γιατί ο Μπουτζάς γινόταν κέντρο θερινής διαμονής των Σμυρνιών (κάτι ανάλογο με την Κηφισιά της εποχής εκείνης), και συναγωνιζόταν τον μεγάλο αντίζηλό του, τον Μπουρνόβα.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με τη γεωργία και διάφορα αστικά επαγγέλματα. Τα εύφορα χτήματα της περιοχής απέδιδαν πλούσιο εισόδημα και το μαξούλι (παραγωγή) ήταν άφθονο, χάρη στη φιλεργία και την ικανότητα των Μπουτζαλήδων. Αρκετό λάδι και λίγες εγιές κουρμάδες (ζαρωτές, θρούμπες), περιζήτητες στην αγορά της Σμύρνης, εκλεκτά καπνά, που εμπορεύονταν κυρίως οι κατσιρματζήδες (λαθρέμποροι) του Μπουτζά, νοστιμότατα σύκα, σταφίδα και σταφύλια αρίστης ποιότητος ήταν τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα του τόπου. Πάνω απ’ όλα όμως ο Μπουτζάς φημιζόταν για τα πρεβόγια (περιβόλια) και τα ζαρζαβατικά του, παρά τη χαρακτηριστική λειψυδρία του τόπου. Οι πρεβολάρηδοι καλλιεργούσαν κάθε λογής λαχανικά, όσπρια και καλοκαιρινά φρούτα, κυρίως γυφτοφάσουλα (μαυρομάτικα), κουκιά, χαβούτσια (καρότα), κολοκυθάκια, ντομάτες, μπάμιες, μελιτζάνες και τις περίφημες μπουτζαγιές ραπάνες, που καίγανε αρκετά. Γι’ αυτό και τις γλωσσούδες και τσουχτερές γυναίκες οι Σμυρνιοί τις αποκαλούσαν πολύ εύστοχα ραπάνες. «Ούλο κείνο το ζαρζαβάτι το ηκατεβάζαμε από την πρωινιά με τσι γαδάροι στα τσαρσιά (αγορές) τση Σμύρνης. Εκειδά ημοσκοπουγιούντανε και στο γυρισμό ηψουνίζαμε ό,τι θέλαμε για το σπίτι κι ηπαίρναμε και χαλβάδες, φρέσκοι, ταζέδικοι, να τσι φάμε άστε (μέχρι) να φτάσομε στο Μπουτζά μας. Κι απέ (ύστερα) ηπετούσανε τω χαλβάδω τα χαρτιά στο δρόμο, ώσαμε τσι Παγιές Καμάρες. Κι έτσιδας που ηκάναμε, τό ‘βρανε συνήθειο οι Σμυρνιοί και μας ηκογιονέρνανε (αστειεύονταν) κι άμαν ηαρώταγε κανείς «Καλέ, πώς θε’ να πάω στο Μπουτζά;», του ηλέγανε «Θε’ να δεις τα χαλβαδόχαρτα στο δρόμο και δε θα χαθείς, θε’ να σε πάνε ντουγρού (κατευθείαν) στο Μπουτζά.» Και μας ηβγάλανε τότες και το παρατσούκλι Χαλβαδόχαρτα!»

Η κοινωνία του Μπουτζά, διαμορφωμένη πλήρως από τα μέσα του 19ου αι., παρουσιάζει εντονότατες αντιθέσεις, γιατί αποτελείται αφενός από μια πάμπλουτη πολυπολιτισμική αφρόκρεμα επιχειρηματιών, εμπόρων και τσιφλικάδων κι αφετέρου από πολλές χιλιάδες αγροτών και επαγγελματιών Ελλήνων, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση ή κοινωνική θέση. Οι δυο ομάδες ζουν αρμονικά, δίχως προστριβές και ιδιαίτερα προβλήματα. Το φαινόμενο είναι σύνηθες στην ιωνική πρωτεύουσα, αφού το ίδιο συνέβαινε τόσο μέσα στη Σμύρνη, όσο και στα άλλα δυο διάσημα χωριά-προάστιά της, τον Μπουρνόβα και το Κορδελιό.

Διοικητικά ο Μπουτζάς ανήκε στον καζά (υποδιοίκηση) Σμύρνης και αποτελούσε έδρα ναχιγιέ (δήμου). Οι δήμαρχοι, οι μουχτάρηδοι (ενοριάρχες) και οι αζάδες (πάρεδροι) ήταν κυρίως Έλληνες και λιγότερο Λεβαντίνοι ή Τούρκοι. Τελευταίοι δήμαρχοι, μετά το 1908, χρημάτισαν ο Στασός Γιώργαλος και ο Πέτρος Ταρλατζής.

Ο Μπουτζάς, ως γνωστόν, καταστράφηκε ολοκληρωτικά το 1922. Στις 31 Αυγούστου μπήκαν οι πρώτοι Τούρκοι τσέτες. Στις φρικτές μέρες που ακολούθησαν, έγιναν σφαγές, λεηλασίες, διαρπαγές και κάθε είδους αγριότητες εις βάρος όλων των Χριστιανών Μπουτζαλήδων κι όχι μόνο των Ελλήνων. Εκατοντάδες άνδρες σύρθηκαν αιχμάλωτοι στα βάθη της Ανατολής και χάθηκαν με τρόπο βασανιστικό. Χιλιάδες πανικόβλητοι κάτοικοι κατέβηκαν στη Σμύρνη, που τη θεωρούσαν ασφαλή. Εκεί, στο… «συνωστισμό», τους περίμεναν χειρότερα βάσανα, ώσπου να μπαρκάρουν στα καράβια της σωτηρίας. Στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’22 δεν είχε απομείνει πια Ρωμιός στον Μπουτζά, εκτός ελαχίστων με ξένη υπηκοότητα.

Μετά την Καταστροφή και την έξοδο των Ρωμιών, ο Μπουτζάς παράκμασε για δεκαετίες ολόκληρες. Εγκαταστάθηκαν εκεί κυρίως Τούρκοι νεόπλουτοι και καθεστωτικοί (πήραν τα καλύτερα σπίτια), αλλά και Μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τη Μακεδονία, τη Βουλγαρία, τη Βοσνία, το Κόσοβο και την Κρήτη, ενώ οι Έλληνες Μπουτζαλήδες διασκορπίστηκαν στην Ελλάδα. Οι Λεβαντίνοι τον εγκατέλειψαν σταδιακά, οι βίλλες ερειπώθηκαν κι έχασε την παλιά του αίγλη. Ελάχιστοι Καθολικοί μένουν σήμερα εκεί. Εξακολουθεί όμως να θεωρείται καλό προάστιο της Σμύρνης και μετά το 1965 άρχισε να ανοικοδομείται, να αυξάνει θεαματικά σε πληθυσμό, να αλλοιώνεται συστηματικά. Από τότε που ιδρύθηκε εδώ η πανεπιστημιούπολη του πανεπιστημίου Ντοκούζ Εϊλούλ (της 9ης Σεπτεμβρίου 1922) της Σμύρνης, με ωραία νεόδμητα κτίρια, ο Μπουτζάς αναπτύσσεται αλματωδώς. Σήμερα ο πληθυσμός του ξεπερνά τις 300.000 κατοίκους. Οι ονομαστοί αμπελώνες, τα πρεβόγια κι οι ελαιώνες αντικαταστάθηκαν με τερατώδεις πολυκατοικίες, γιγαντιαία πολυκαταστήματα και εμπορικές εγκαταστάσεις. Το φυσικό κάλλος κι η ημεράδα του τόπου έδωσαν τη θέση τους στα τσιμέντα, στη γενική ασχημία και στη ρύπανση ανθρώπων και μηχανών.

Σώζονται ακόμη αρκετές βίλλες κι αρχοντικά μέσα σε ωραίους κήπους, που χρησιμοποιούνται από το τουρκικό κράτος ή από ιδιώτες ως σχολεία κάθε είδους, τράπεζες, δημαρχείο, πνευματικά κέντρα, νοσοκομεία ή πολυιατρεία κλπ. Επίσης διατηρούνται πάμπολλα αστικού τύπου ρωμαίικα σπίτια, ισόγεια ή διώροφα, πολύ χαρακτηριστικά της Σμύρνης, έργα κυρίως των Μπουτζαλήδων αρχιτεκτόνων Βαφειάδη και Κίκιρα. Τα τελευταία χρόνια αναπαλαιώνονται συστηματικά και μελετώνται επιστημονικά εκατοντάδες κτίσματα του παλιού Μπουτζά.

Όμως ο Μπουτζάς του παλιού καλού καιρού, ο ρωμαίικος Μπουτζάς μας, σώζεται πια μόνο στην καρδιά και στο μυαλό μας και ζει μέσα από τα βιβλία και τις αναμνήσεις των Μπουτζαλήδων όπου γης.

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: