Η αλυκή της Μέσης

αλυκές

    Για τους περισσότερους Πορπιώτες το μεροκάματο, πέρα από τα εισοδήματα από χωράφια ή ζώα, ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Μεροκάματα συνήθως έκαναν σε οικοδομικές εργασίες ή σε μεροκάματα σε πλούσιους μεγαλοιδιοκτήτες της περιοχής ή σε εποχιακές δουλειές σε άλλα χωριά (κολοκύθια, ηλιόσπορους κλπ)  Μια από τις εποχιακές δουλειές ήταν η εργασία στις αλυκές Μέσης.

Η ιστορία του αλατιού

    Το αλάτι είναι τόσο παλιό όσο κι ο άνθρωπος. Η σπουδαιότητά του χάνεται στα βάθη των αιώνων, η δε ύπαρξή του ήταν και θα παραμείνει σημαντική. Το αλάτι από αρχαιοτάτων χρόνων κατέχει σημαντική θέση στις συνήθειές μας, στη θρησκεία και γενικά στις παραδόσεις των λαών. Στην Ιλιάδα ο Όμηρος μας λέει για τον Πάτροκλο που βάζει στο κρέας θεϊκό αλάτι. Σε χώρες όπως η Κίνα, η Αφρική, οι κάτοικοι αντάλλασσαν τα προϊόντα τους με το αλάτι. Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε για την γυναίκα του Λωτ που μετατράπηκε σε στήλη άλατος, όταν γύρισε και κοίταξε τα Σόδομα που καιγόταν. «Εσείς είστε το αλάτι της γης» λέει ο Χριστός στην ομιλία Του από το Όρος προς τους μαθητές Του. Ανάλογα από την περιοχή προέλευσης έχει και διάφορους χρωματισμούς. Ροζ από τα Ιμαλάια, μαύρο και κόκκινο από τη Χαβάη, μπλε από την Περσία κ.ά. «Μαζί φάγαμε ψωμί κι αλάτι», λέμε για κάποιον που ζήσαμε πολλά μαζί του, δεν δανείζουμε αλάτι, γιατί «ψοφάνε τα ζωντανά», «ρίχνει αλάτι στις πληγές», «τον έκανα τ΄ αλατιού», «σε ξένο φαγητό αλάτι μην ρίχνεις», «μην κατουράς στη θάλασσα, γιατί θα το βρεις στο αλάτι» κ.α.π. Και πού δεν ήταν χρήσιμο! Στην παρασκευή ψωμιού, τυριού, τουρσιών, παστών, διατήρηση χοιρινού κρέατος, συντήρηση δερμάτων και κυρίως του χοιρινού για την κατασκευή τσαρουχιών, βαφές βαμβακερών υφασμάτων.

    Το αλάτι είναι χλωριούχο νάτριο,  έχει κρυσταλλική μορφή, είναι το μοναδικό μέσο για τη συντήρηση των τροφών και λειτουργεί ως συντηρητικό απορροφώντας την υγρασία τους. Το ακατέργαστο θαλασσινό αλάτι το παίρνουμε από τις αλυκές σε μορφή κρυστάλλου που δημιουργείται από την εξάτμιση του θαλασσινού νερού.

Η αλυκή Μέσης

    Η αλυκή της Μέσης, μαζί με την αλυκή της Νέας Κεσσάνης Ξάνθης, είναι η μοναδική φυσική πηγή θαλασσινού κρυσταλλικού αλατιού σ’ όλη τη Θράκη και τη Μακεδονία μέχρι τον Θερμαϊκό. Οι αλυκές ανήκουν στο κράτος, στην εταιρία «Ελληνικές Αλυκές», με έδρα το Μεσολόγγι, καλύπτουν το 90% ετησίως του πρωτογενούς αλατιού σε ολόκληρη την Ελλάδα. Βρίσκεται στα νότια του χωριού, κοντά στη Γλυφάδα, εκτείνεται σε 1400 στρέμματα, με δυνατότητα παραγωγής 12.οοο τόνους ετησίως, είναι σε αβαθή μέρη και στο ίδιο υψόμετρο περίπου με τη θάλασσα. Κατασκευάστηκαν από τους Βουλγάρους το 1913 με την κάθοδό τους μετά τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και την περίοδο των βαλκανικών πολέμων. Για την προστασία τους από τα νερά του Λευκορέματος, κυρίως όταν πλημμύριζε, κατασκεύασαν προστατευτικά αναχώματα από τα βόρεια του χωριού μέχρι τη λίμνη, χρησιμοποιώντας χειροκίνητα καρότσια και πολλούς εργάτες. Όταν ήρθαν στη Μέση το 1922, βρήκαν μια γαλλική εταιρεία, που τις εκμεταλλεύονταν με κάποιο μουσουλμάνο αρχιτεχνίτη και επιστάτη και ζυγιστή τον Ρώσο Βίκτωρα Εμμανουήλ. Είναι η περίοδος της διασυμμαχικής διοίκησης της Δυτικής Θράκης, από τη συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 μέχρι το 1920, που υπογράφτηκε η χωριστή συνθήκη Ελλάδος-συμμάχων.

Πώς γίνεται η παραγωγή

    Η  παραγωγή του αλατιού ξεκινά κάθε χρόνο από το Μάρτιο – Απρίλιο με την προετοιμασία της όλης έκτασης και ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο, ανάλογα τον καιρό. Το θαλασσινό νερό αντλείται από τη λιμνοθάλασσα και τροφοδοτεί τις πρώτες λεκάνες (τηγάνια) και από εκεί προχωρά σε όλες τις άλλες, όπου η άλμη, δηλαδή το αλάτι, αντλείται από τα κρυσταλλωτήρια. Το μικρό βάθος του νερού, η μεγάλη περιεκτικότητα σε φυσικά στοιχεία και οι κλιματολογικές συνθήκες όλο αυτό το χρόνο, με την αύξηση της θερμοκρασίας, και την εξάτμιση του νερού, δημιουργούν μια φυσική διαδικασία, με αποτέλεσμα την κρυστάλλωση του αλατιού. Στη συνέχεια, με μηχανικά σύγχρονα μέσα, το αλάτι συγκεντρώνεται ολόλευκο σε σωρούς και αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία της πλύσης μεταφέρεται με την βοήθεια μεταφορικής ταινίας στις υπαίθριες αποθήκες σχηματίζοντας μεγάλους άσπρους – χιονάτους,  αλατοσωρούς. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό θέαμα που εκπλήσσει τον κάθε επισκέπτη, τον κάθε περαστικό από την περιοχή.

Τα παλιότερα χρόνια

    Σχημάτιζαν τα τηγάνια, μικρές λεκάνες σε σχήμα χούφτας, με μικρό σχετικά βάθος και φτάνοντας στον περίγυρο, ήταν πολύ ρηχά. Το πλάτος τους ήταν 4-5 μέτρα και το μήκος 20 μέτρα χωρίς κάποια τείχιση. Η συγκομιδή ήταν συνεχής. Μόλις έπιαναν αλάτι πάχους ενός εκατοστού, το γραβάλιζαν, (γραβάλι= πλατύ φτυάρι), γιατί αν το πάχος του στρώματος γινόταν δύο ή τρία εκατοστά, μετά δεν μπορούσαν να το σπάσουν με τον γράβαλο, το εργαλείο συγκομιδής. Το έκαναν μικρούς σωρούς, το έβαζαν σε πανέρια από καλάμι και το μετέφεραν στους ώμους ή στο κεφάλι κάτω στη γωνία του χώρου προς τη λίμνη και σχημάτιζαν μια πυραμίδα. Την εξωτερική επιφάνεια της πυραμίδας την έβρεχαν με ποτιστήρια χτυπώντας την ταυτόχρονα με φαρδιές σανίδες. Έτσι έσφιγγε το αλάτι και έπιανε μια γυαλάδα. Με αυτόν τον τρόπο η παραγωγή προστατευόταν από τη διάβρωση των βροχοπτώσεων του χειμώνα.

Στο εμπόριο το διακινούσαν με καμήλες. Υπήρχε καμηλόδρομος από τα οικήματα μέχρι το ανάχωμα με κατεύθυνση προς την Κομοτηνή και τη Μαρώνεια. Για το Λάγος και την Ξάνθη ο καμηλόδρομος περνούσε νότια του χωριού, από το γήπεδο Μέσης. Μίσθωναν όμως και χωρικούς μουσουλμάνους με βουβαλάμαξες και το μετέφεραν μέχρι την Καβάλα.

Μετά το 1922 το ελληνικό δημόσιο εγκατέλειψε την αλυκή, αφού εκμεταλλεύτηκε τη συγκομιδή που υπήρχε. Στο διάστημα μέχρι το 1940 όποιος ήθελε για τις οικογενειακές του ανάγκες ή και για να το πουλήσει ή να το ανταλλάξει με άλλα προϊόντα, λόγω έλλειψης αλατιού στο ελεύθερο εμπόριο, πήγαινε στο χώρο και άνοιγε λάκκους στον βούρκο. Τους άφηνε να αυτοκαθαριστούν και επανέρχονταν την επόμενη μέρα. Έπαιρνε το καθαρό νερό, το έβραζε σε καζάνια, εξατμιζόταν το νερό κι έμενε το αλάτι στον πυθμένα, που ήταν πολύ ψιλό. Όταν αργότερα απαγορεύθηκε αυτού του είδους η προμήθεια αλατιού των οικογενειών, πήγαιναν στις λίμνες της Μολυβωτής και του Φαναρίου και το μάζευαν από τις άκρες που συγκεντρωνόταν από την εξάτμιση του νερού. Τα σακιά τα έκρυβαν στους γύρω θάμνους, τα τσαλιά, και τα έπαιρναν άλλη νύχτα.   Μερικές φορές το αντάλλασσαν με όσπρια, λάδι, ελιές.

Πάλι οι Βούλγαροι τις λειτούργησαν όταν τους δόθηκε η Δυτική Θράκη στην τριπλή κατοχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, με δικό τους προσωπικό, αλλά με βοηθό αρχιτεχνίτη τον Μιχάλη Μηλιά. Φεύγοντας τον Σεπτέμβρη του 1944, η παραγωγή ήταν έτοιμη για συγκομιδή. Τότε στάλθηκε ο μπαρμπα-Κώστας ο Τηλιόπουλος. Ήταν εργολάβος και έχτιζε οικήματα το στρατό. Δεν ήξερε από αλυκές. Ασχολήθηκε με τη συγκομιδή, έμαθε από τον Μιχάλη Μηλιά την τέχνη παραγωγής και παρέμεινε ως αρχιτεχνίτης μέχρι το 1967. Έτσι άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση των αλυκών από το ελληνικό δημόσιο. Ο  αρχιτεχνίτης και ο βοηθός του πήγαιναν στα σημεία των λιμνών που «έκλεβαν» το αλάτι και κατέστρεφαν συγκεντρωμένο αλάτι με πετρέλαιο. Αρχικά υπήρχαν δεκαεφτά χώροι πήξης, τηγάνια. Το 1967 έγινε επέκταση προς το ιχθυοτροφε­ίο της λίμνης και αυξήθηκαν σε τριάντα τρία. Τα τηγάνια ή αλοπήγια, που ήταν αριθμημένα είχαν έκταση πέντε στρεμμάτων το καθένα με ξύλινη τείχιση.

Το προσωπικό αποτελούσαν ο επιμελητής, διοικητικός υπάλληλος, ο αρχιτεχνίτης, ο μηχανικός άντλησης του νερού και δύο φύλακες. Την περίοδο παραγωγής προσλαμβάνονταν βοηθοί αρχιτεχνίτη και μηχανικού και φυσικά οι αναγκαίοι κάθε φορά εποχιακοί εργάτες.

Στάδια παραγωγής

Την Άνοιξη: Κάθε χρόνο, στα μέσα της Άνοιξης, «άνοιγε η αλυκή» κι άρχιζε η διαδικασία της νέας παραγωγής με τον καθαρισμό των τηγανιών από την ιλύ, τη βρωμιά, που συγκέντρωνε ο χειμώνας. Έπρεπε να μείνει μόνο ο βούρκος που ευνοεί την άνοδο της θερμοκρασίας. Καθάριζα, και ίσιαζαν πατώντας με κύλινδρο τα τηγάνια. Όλες οι εργασίες της αλυκής ήταν εξαντλητικές, γιατί ο εργάτης βρισκόταν μέσα στο νερό και κάτω από την αφόρητη ζέστη, και η εργασία στο κυλίνδρισμα δε διέφερε απ’ αυτή του υποζυγίου. Άνοιγαν αυλάκια για να τραβήξουν νερό από τη λίμνη «αλυκή» και να γεμίσουν τα τηγάνια.  Λειτουργούσαν δυο αντλητικές μηχανές. Είχε αυξημένη θερμοκρασία κι αποφεύγονταν τα πολλά στάδια προθέρμανσης. Το οδηγούσαν με αυλάκια σε τέσσερεις προθερμαντικούς χώρους και στη συνέχεια στις κανονικές θερμάστρες. Η κυκλοφορία του νερού γινόταν με την κλίση που έδιναν στον πυθμένα των αυλακιών και τις ξύλινες πόρτες που τοποθετούσαν σε επιλεγμένα σημεία των θερμαστρών, των αυλακιών και των τηγανιών. Το νερό έπρεπε να ανακυκλώνεται με συνεχή ροή, κάθε μέρα στους θερμαντικούς χώρους. Έτσι πύκνωνε πιο γρήγορα. Όταν πλησιάσει τους 24-25° C έχει το χρώμα του ιωδίου και διοχετεύεται στα τηγάνια. Το νερό ρίχνει το αφράλατο πρώτα στις γωνίες του τηγανιού στους 24° C με δυνατό μελτέμι. Μ’ αυτό συντηρείται το αυγοτάραχο. Το μοιράζανε σε γνωστούς και φίλους. Το κανονικό σκληρό αλάτι κρυσταλλοποιείται στους 25° C, το πολύ στους 27° C ή 27,5° C. Ο αρχιτεχνίτης και ο βοηθός του έλεγαν «ψίλιασε το τάδε τηγάνι», δηλαδή οι μικροί κρύσταλλοι που δημιουργούνταν στην επιφάνεια του νερού σε διάφορους σχηματισμούς, με το βάρος τους και την κίνηση που αποκτούσαν από το μελτέμι, κατέβαιναν στον πυθμένα, ενώ η εξάτμιση του νερού γινόταν αρκετά γρήγορα.

Το Καλοκαίρι: Όταν εξατμιζόταν το νερό έμενε το αλάτι, που μπορούσε να φτάσει τα 15 εκατοστά. Στο τέλος Αυγούστου άρχιζε η συγκομιδή. Πρώτα γινόταν η εξόρυξη από έμπειρους εργάτες. Το έκαναν σωρούς μέσα στα τηγάνια, προσέχοντας να μην παίρνουν βούρκο με το φτυάρι. Η τοποθέτηση του φτυαριού κάτω από το παχύ και σκληρό στρώμα του αλατιού, απαιτούσε ξέχωρη εμπειρία και επιδεξιότητα. Η κίνηση αυτή με σχεδόν ταυτόχρονη πίεση του φτυαριού προς τα κάτω από το στειλιάρι για να σπάσει το στρώμα, λεγόταν «πατόκολος». Αν το πάχος του στρώματος σε μερικά σημεία δεν επέτρεπε το σπάσιμό του χρησιμοποιούσαν σκαπάνη, κασμά.

Συνθήκες δουλειάς: Παλιά, όλα γίνονταν με τα χέρια και οι συνθήκες δουλειάς, μέσα στο λιοπύρι και στο αλάτι ήταν δύσκολες. Οι περισσότεροι εργάτες, 150 έφθαναν το Καλοκαίρι δούλευαν στη συγκομιδή και μεταφορά. Παλαιότερα έστρωναν σανίδες μέσα στα τηγάνια πάνω στον βούρκο και το μετέφεραν με χειροκίνητα καρότσια, ρίχνοντας άμμο στις σανίδες να μη γλιστράνε. Αργότερα τοποθετούσαν σιδηρογραμμές και με ειδικά βαγόνια του ενός τόνου, το μετέφεραν με άλογα και στη συνέχεια με μηχανές έξω από τον χώρο παραγωγής. Όταν η αλυκή έφτανε σε επίπεδα μεγάλων παραγωγών, σχημάτιζαν δίπλα στα οικήματα δύο πυραμίδες μήκους 110 μέτρων, πλάτους 25 μέτρων και ύψους 5 μέτρων. Τις κύβιζαν και τις σκέπαζαν με βυζαντινά κεραμίδια.

Άλλοι μετέφεραν με γάντζους τις γραμμές και τις έστρωναν πάνω στο βούρκο, άλλοι γέμιζαν τα βαγόνια ή  τα καρότσια, άλλοι τα κουβαλούσαν, με δυνατό σπρώξιμο, γιατί στο ανηφορικό σημείο της εξόδου το βαγόνι μπορούσε να τους πάρει πίσω, κάτω από τα πειράγματα των άλλων εργατών. Υπήρχε όμως και η πιθανότητα να προξενηθεί κάποιο ατύχημα. Στον διάδρομο υπήρχε ο μύλος με άλλους έμπειρους και γρήγορους εργάτες. Τα περιέστρεφαν και τα ένωναν με τον ζυγό των αλόγων μαζί με τους ιδιοκτήτες τους ή με τη μηχανή με τον υπεύθυνο οδηγό. Στην πυραμίδα άλλοι εργάτες τα άδειαζαν, ανοίγοντας τις ασφάλειες και σπρώχνοντάς τα προς τα πάνω και άλλοι τα διευθετούσαν κάτω από τις οδηγίες του αρχιτεχνίτη. Μόλις σχηματιζόταν ένα μέρος της πυραμίδας, γυναίκες εργάτριες (μέχρι κι απ’ τον Ίμερο και τον Ίασμο έρχονταν εργάτες) κουβαλούσαν τα κεραμίδια στους τεχνίτες και το σκέπαζαν.

Όλους τους εργάτες, τους τροφοδοτούσαν ακατάπαυστα με πόσιμο νερό οι «νερουλάδες», νεαροί ανήλικοι συνήθως, περιφερόμενοι δίπλα τους με μια στάμνα στο χέρι και ένα κύπελλο, υποχρεωμένοι να το τρίβουν με αλάτι συχνά για απολύμανση. Το πόσιμο νερό μεταφερόταν σε ξύλινα βαρέλια με βοϊδάμαξες.

Όταν επρόκειτο να διακινηθεί στο εμπόριο, έρχονταν φορτηγά αυτοκίνητα. Συνεργείο φορτωτών, αναλάμβανε τη φόρτωσή τους. Έπρεπε να γεμίσουν με αλάτι καννάβινα σακιά, αφού βγάλουν τα κεραμίδια στο σημείο εκείνο και το καθαρίσουν, να τα φορτώσουν σε ειδικά βαγόνια, να το μεταφέρουν στο ζυγιστήριο, και με την πλάτη στο φορτηγό. Αμείβονταν με τον τόνο και έλεγαν «δουλεύω στη φόρτωση».

Πάντα υπήρχε προθυμία των κατοίκων να εργαστούν στην αλυκή παρά τις αντίξοες συνθήκες. Οι βιοτικές ανάγκες εκείνης της εποχής ήταν αξεπέραστες και έπρεπε να συμπληρωθεί το οικογενειακό εισόδημα. Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν οι δυναμικές κινητοποιήσεις τους, απεργώντας αρκετές φορές, από το 1947 ακόμη, προσπαθώντας να αυξήσουν το μεροκάματο. Ασφαλισμένος δεν ήταν κανείς. Και όταν έφτασε η κάλυψη του Ι.Κ.Α. στην περιοχή, όλοι αρνήθηκαν την ασφάλιση, ίσως και από έλλειψη στοιχειώδους ενημέρωσης και πιθανόν το περιστασιακό της απασχόλησής τους. Τον μπαρμπα-Κώστα Τηλιόπουλο, αντικατέστησε στη θέση του αρχιτεχνίτη, ο Αντώνης Μακρής, υπηρετώντας σ’ αυτή τη θέση μέχρι το 1993.

αλυκές βαγόνι

Η αλυκή σήμερα

Το αλάτι ανήκει στα κρατικά μονοπώλια. Μέχρι πριν λίγα χρόνια κυκλοφορούσε και σε σακουλάκια με την επωνυμία «άλας ψιλό Μέσης μαγειρικό» ακόμη και στο εξωτερικό, στη Βουλγαρία. Μεγάλες ποσότητες αγόραζε ο αλιευτικός συνεταιρισμός Καβάλας για τα αλίπαστα, το εργοστάσιο ζάχαρης Ξάνθης, τα βυρσοδεψεία Δράμας. Ο κύριος όγκος της παραγωγής πήγαινε στα εργοστάσια «Κάλας» Μεσολογγίου και Πειραιά του Καλαμαράκη. Και τώρα παίρνει ο Καλαμαράκης. Είχε επισκεφτεί την αλυκή πολλές φορές. Έκανε μελέτες του χώρου, εξέταζε με χημικούς και συνεργάτες το βούρκο, τον τρόπο παραγωγής, τη δυνατότητα επέκτασης. Αν την έπαιρνε θα έκανε εργοστάσιο επεξεργασίας του αλατιού, μεταφέροντας και την παραγωγή άλλων αλυκών.

Το 1988-89 άρχισε η δεύτερη μεγάλη επέκταση. Από το καλοκαίρι του 1993 τη λειτουργεί η εταιρεία «Ελληνικές Αλυκές» με έδρα το Μεσολόγγι. Κατασκεύασαν τέσσερα τηγάνια των σαράντα στρεμμάτων το καθένα, μηχανοποίησαν όλα τα στάδια παραγωγής και έκαναν επέκταση διακοσίων στρεμμάτων προς τη λίμνη νότια και βόρεια, καλύπτοντας όλο το χώρο του βοϊδολίβαδου.

Οικολογικά

Εκτός από την οικονομική της σημασία η αλυκή είναι σημαντικός βιότοπος. Παρόλο που σε μεγάλο βαθμό είναι ιδιόμορφοι υγρότοποι δημιουργημένοι από τον άνθρωπο, έχουν πολύ μεγάλη οικολογική αξία, κυρίως γιατί προσφέρουν τροφή και καταφύγιο σε διάφορα σημαντικά είδη πουλιών. Στους χώρους αυτούς με τη δεσπόζουσα παρουσία του αλατιού, θα συναντήσουμε την αβοκέτα, τον καλαμοκανά και την σπάνια αγκαθοκαλημάνα. Τριγυρνούν γύρω από τις αλμυρές λίμνες στα ανατολικά και στα νότια των αλυκών. Γύρω από λεκάνες όπου η περιεκτικότητα του νερού σε αλάτι δεν είναι μεγάλη, φυτρώνουν φυτά ειδικά προσαρμοσμένα στο αντίξοο αυτό περιβάλλον, ανθεκτικά στο αλάτι. Στις πολύ αλμυρές, όμως, λεκάνες δεν επιζεί παρά μόνο ένα μικρότατο καρκινοειδές, η αρτέμια των αλυκών (Artemia salina).

αλυκές

 

    Πολύτιμες πληροφορίες άντλησα από το βιβλίο του Δημ. Παπουλιά » Από τα Ψαθιά, τη Βερώνη και το Εύανδρο της Αν. Θράκης στη Μέση Ροδόπης».

 

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: