Γλωσσάρι

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΟ  ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αγελαριά= τόπος συγκέντρωσης των ζώων για να τα παραλάβει ο αγελαδάρης

αλμπάνης=ο πεταλωτής

αλισβερίσι=δοσοληψία

αμελές= εργάτης

αμελέ ταμπουρού= τάγματα εργασίας

αμπατζίδικο= ραφτάδικο

αμπατζής= ράφτης

αντέτι= συνήθεια , έθιμο

απτάλης απτάλα/απταλού = ατσούμπαλος, απρόσεχτος

αρπαλίκ’= κριθαροχώραφο (αρπά= κριθάρι).

αχμάκ’ς= βραδύνους, αργόστροφος

βερχανές= υπερυψωμένο, διώροφο αρχοντικό με κλειστά, ξύλινα μπαλκόνια.

βιλαέτι= μεγάλη διοικητική περιφέρεια

γιαβουκλούς=ο αγαπητικός, ο ερωμένος, και γιαβουκλού=η ερωμένη

γιαγίκ= ξύλινο σκεύος μέσα στο οποίο χτυπιέται το γάλα για να βγει το βούτυρο.

γιαγκίνι=η φωτιά, η πυρκαϊά

γιαλαντζής=ο ψεύτης

γιαχανάς= σαμολαδάδικο

γίζμπα= υπόγειο, κελάρι.

γιοργάνι= πάπλωμα.

Γιουρούκοι= νομαδικός λαός αλλά και οι άξεστοι

γιστέρνα= μεγάλη δεξαμενή νερού σε νερόμυλο.

γκαργκαλίζω= γαργαλίζω.

γκιόλα= μικρή λίμνη

γκιουλές= ντόπια ποικιλία καρπουζιού με σκουρο- πράσινο τσόφλι.

γουλιάρης=ο λαίμαργος

γούλος= όλος

γυφκάδες ή γιοφκάδες= οι χυλοπίτες

δεμερτζής= ο σιδεράς

δρεμόνι= μεγάλο κόσκινο

ζαπτιές= χωροφύλακας

ζαπώνω= καταλαμβάνω

ζεβζέκης =  από το οθωμανικό zevzek ο ελαφρόμυαλος

καδής= δικαστής

καζάς= επαρχία νομού.

καράρ’= ταίρι

Κασαμπάς= η πόλη, η κεντρική αγορά

κατ’μάς=κρέας κατώτερης ποιότητας

κατσιρμάς= κάτι που μας ξεφεύγει, το κατά λάθος.

κερεστετζής= ο επεξεργαστής ξυλείας από οξιά.

κερχανές= πορνείο, μπορντέλο

κεσάτι-κεσάτια = χρέη , οφειλές

κιαγιάς= υπάλληλος.

κιόρ’ς= τυφλός

κλημνιές= τα όρθια καδρόνια στις τέσσερις γωνιές του κάρου.

κουλαξίζης= ο χωρίς αυτιά, ο κουτσάφτης.

κόπανος= ο μηρός, το μπούτι.

κουτουλός= ακρωτηριασμένος, κουτσουρεμένος, χωρίς τα τελειώματά του.

λειτουργειά= πρόσφορο.

λιμόρια= τα νεκροταφεία.

μαμάνη= γιαγιά

μανέ= μάνα.

μάξους= επίτηδες, επί τούτου

ματζίρης= πρόσφυγας.

μεράς= καλλιεργήσιμο μέρος εκτός οικισμού, τα χωράφια.

μεσάλα= μεγάλη πετσέτα

μεσές= η βελανιδιά

Μετζίτι= νομισματική μονάδα μικρής αξίας

μιλίνα= πίτα ταψιού

μιντέρι= ξύλινος ή χτιστός καναπές.

μισκίνης = ο άσχημος

μουρνταρλίκ’= βρώμικο πράγμα

μουσαφίρης = φιλοξενούμενος-επισκέπτης

μουχτάρης= αξίωμα αντίστοιχο του κοινοτάρχη

μπακίρα= χάλκινο δοχείο για υγρά, καζάνι

μπεντέλι= φόρος εξαγοράς στρατιωτικής θητείας.

μποζαλίκ’= βοσκοτόπι

μπούζι-πάγος, buz, και «μπουζ γκιμπί»= «κρύο σαν χιόνι»

μπουνταλάς = κουτός-ανόητος

μπουρμάς= βραχιόλι ευτελούς αξίας (συνήθως γυά­λινο).

μπουρντισμένος= ο ευνουχισμένος.

μπουνάκ’ς= ο χαζός, ο άμυαλος.

μουτάφης= κατασκευαστής τρίχινων ειδών.

μουτεμένη κότα= η κότα που έπαψε να γεννά.

ναμκιώρης = πλεονέκτης ( ε! να μην είμαστι κι ναμκιώρ’δοι!)

νε= μήτε, ούτε.

νταβαντούρι = σύγχυση, φασαρία

Νταής, συχνά και νταγής= ο θείος, ο μπάρμπας

νταμουζλίκ= ράτσα.

ντερβίσης = μάγκας

ντιμί= θρακιώτικη γυναικεία βράκα

ντουγάνι /  ντογάνι (το) = (μτφ) μικρόμυαλος, αργόστροφος

ντουγουστίζω= κάνω κάτι, ασχολούμαι

ντούμπλα= γυναικείο χρυσαφικό από διπλή λίρα

οβάς= κάμπος όπου βρίσκονται τα χωράφια.

ουμπάς= καλύβα των Γιουρούκων κατασκευασμένη με προβιές ή (και) δέρματα.

παρμάκια= οι ακτίνες της ρόδας του κάρου.

παστάλι= διαλογή των ξερών καπνόφυλλων κατά μέ­γεθος και ποιότητα

πατιρντί = θόρυβος, δυνατός ήχος

πεζεβέγκης τουρκ. Pezevenk = ο ανήθικος, ο μαστροπός

ποδοπάνια= υφαντά πανιά που χρησιμοποιούνταν για κάλτσες απ’ αυτούς που

                         φορούσαν γουρουνο­τσάρουχα.

σαγιάκι= χοντρό, μάλλινο ύφασμα, ο αμπάς.

σαντζάκι= νομός.

σάζι= είδος μαλακού καλαμιού.

σασκίνα, σασκίνης= Δεν είναι ιδιαίτερα βαρύς χαρακτηρισμός, γι’ αυτό και λέγεται και περιπαικτικά. Ακούγεται και σερσερής, σερσέμης.

σατς= μεταλλική πλάκα πάνω στην οποία ψήνονταν αζύμωτες πίτες

σοκάκι = δρόμος \

σουρτούκ’ς: αυτός που τριγυρνάει πολύ

ταγκαλάκια= Τούρκοι επαρχιώτες με κοντά βρακιά και γκέτες που τους

                        επιστράτευσε ο Κεμάλ.

ταμαχκιάρης / ταμαχκιάρα = άπληστος, πλεονέκτης

ταπί= υφαντό, ή κεντητό διακοσμητικό χαλί τοίχου, με παραστάσεις

τσεσβές = μπρίκι

τζέρτζελο/ τζερτζελές = η κατάσταση που όλοι περνούν καλά και συνδυάζει την διασκέδαση με αστεία ή ευχάριστα περιστατικά

τζινώ= τσιμπώ

τσακμάκι = αναπτήρας

τσακσίρια= ανδρικές, θρακιώτικες βράκες, ποτούρια

τσάρκα = περιπλάνηση, βόλτα

τσερβούλια= τσαρούχια.

τσεσίτ= είδος.

τσέτες= αντάρτες.

τσιφτές= κυνηγετικό όπλο.

τσομλεκτσής= κατασκευαστής μικρών πήλινων αγ­γείων, των τσομλεκιών. τσουρούκης= ψεύτικος, φιλάσθενος. φουσκίτσες= λουκουμάδες. χαρά= ο γάμος

χαϊβάνι = άνθρωπος χαμηλής νοημοσύνης

χαιρσίζης= ανεπρόκοπος

χαράρ= μεγάλο σακί για τη μεταφορά άχυρου

χούι = ιδιοτροπία

χλιάρ’ = κουτάλι

χουνέρι ή και χ’νέρι = πάθημα-εξαπάτηση

 

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: