Η σωλήνα στις «Δευτέρες»

Οι «Δευτέρες» είναι μια αγροτική περιοχή, λίγο έξω από την Πόρπη, αμέσως μετά τη γέφυρα, στο δρόμο για τα Παγούρια. Η περιοχή ονομάστηκε έτσι, γιατί τα χωράφια εκεί κατατάχτηκαν στη 2η κατηγορία από άποψη γονιμότητας, όταν το 1930 η ΕΑΠ έδινε χωράφια στους πρόσφυγες Πορπιώτες. Λίγο μετά ήταν οι «Τρίτες» κι ακόμη πιο μακριά οι «Πρώτες», που ήταν και μαυροχώματα, πιο εύφορα δηλαδή χωράφια. Σήμα κατατεθέν, ατραξιόν στις «Δευτέρες» ήταν η σωλήνα της.

Είχα χρόνια να την δω. Αν και περνώ συχνά από εκεί, δεν την έβλεπα τα τελευταία χρόνια. Νόμιζα μάλιστα πως κάποιοι την έβγαλαν από τη θέση της με κάποιο τρόπο και για κάποιο λόγο. Την πρόσεξε σήμερα. Κοντοστάθηκα με το αυτοκίνητο και μια κρυφή αυθόρμητη χαρά με κυρ’ιευσε, όπως όταν συναντάμε μετά από καιρό ένα φίλο μας. Ο χρόνος άφησε τα σημάδια του πάνω της κι η σιδερένια σωλήνα πήρε το χρώμα που έχουν τα οργωμένα χωράφια, ένα καφετί χρώμα που την κάνει σχεδόν απαρατήρητη. Έτσι, ενώ είναι στην άκρη του κεντρικού δρόμου, σχεδόν κανείς δεν την προσέχει. Ίσως αυτός και να’ ναι ο λόγος που επέζησε ως τα τώρα και δεν έγινε λάφυρο στα χέρια κάποιου παλιατζή.

Η ιστορία της δεν είναι πολύ γνωστή. Αυτό που βάσιμα γνωρίζουμε είναι πως την έβαλε το Βουλγαρικό κράτος την περίοδο της Κατοχής, από το 1941 ως το 1944. Μια στιβαρή, γερή σιδερένια σωλήνα, ύψους 2,5 μέτρων, με διάμετρο 15-18 εκατοστά. Κανείς απ’ το χωριό δεν μπόρεσε να πει με σιγουριά γιατί την τοποθέτησαν εκεί οι Βούλγαροι. Πάντα ένα μυστήριο συνόδευε την ύπαρξή της. Άλλοι έλεγαν πως ήταν από απόπειρα των Βουλγάρων να βγάλουν πετρέλαιο, άλλοι λένε πως ήταν ένα είδος ορόσημου. (Βουλγάρικα ορόσημα, πέτρινες πυραμίδες, σώζονται αρκετές στην περιοχή. Υπήρχαν τουλάχιστον ως το 1980, όταν και διατηρούσα επαφή με τα εξωχώραφα του χωριού). Άλλοι έλεγαν πως ήταν απομεινάρι προσπάθειας γεώτρησης για νερό. Οι πιο τολμηροί άφηναν να εννοηθεί πως κάπου δείχνει και πως συνδέεται με κάποιον κρυμμένο θησαυρό! 

Στα παιδικά μας μάτια όλο αυτό το μυστήριο της ύπαρξής της την φανέρωνε πιο μεγάλη από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Ήταν πάντως κι ένας τρόπος να σπάσουμε τη μονοτονία της δουλειάς στο χωράφι, να παίξουμε αλλά και να στείλουμε μηνύματα. Όσοι είχαμε χωράφια εκεί στις λεγόμενες «Δευτέρες», αφήναμε τη δουλειά στο βαμβάκι, στα ρεβίθια ή στο σουσάμι που συνήθως έσπερναν οι γονείς μας εκεί και τρέχαμε στη σωλήνα. «Γκαρμπατζαλωνόμασταν» σφιχτά πάνω της και ανεβαίναμε ως την κορυφή της, σαν εναερίτες της ΔΕΗ ή τρέχαμε γύρω της. Χτυπούσαμε δυνατά τη σωλήνα με μια πέτρα, όπως οι καλόγεροι χτυπούν τα ξύλινα σήμαντρα στα Μοναστήρια. Τα χτυπήματα, πότε αργά, πότε γρήγορα, πότε ακανόνιστα και πότε ρυθμικά, έβγαζαν έναν μεταλλικό δυνατό ήχο που ακούγονταν ως το τουρκικό μαχαλά αλλά και στη γύρω περιοχή που ήταν γεμάτη από συγχωριανούς. Μερικές φορές συναγωνιζόμασταν ποιος θα μπορέσει να τη σημαδέψει ρίχνοντας πέτρες από μακριά, με τα χέρια ή με τα «λάστιχα». Στη συνέχεια πασχίζαμε ποιος θα μπορέσει, πετώντας πέτρες προς τα πάνω, εν είδει μπάσκετ, να «βάλει καλάθι» στη σωλήνα, περνώντας την πέτρα του στο ανοιχτό πάνω της μέρος, όπως κάνουν με τις τάπες βαρελιών οι Σκωτσέζοι, περιμένοντας να ωριμάσει το ουίσκι τους…

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: