31. » Βενιζέλος πατήρ…»

Πασχαλιά, μέρες αγάπης και το παλιό πατρικό σπίτι τραβάει σαν μαγνήτης όλη την οικογένεια. Παιδιά που μεγάλωσαν και ζουν πια στην πόλη, εγγόνια που έβγαλαν φτερούγες και πέταξαν σαν πουλιά, άλλα για δουλειά άλλα για σπουδές, όλα, όμως, προκομμένα. Στριμώχνονται στο στενόχωρο σπιτάκι τους. Ένα πολύβουο μελίσσι περιστρέφεται γύρω από το γερασμένο ζευγάρι, τους γεννήτορές του. Φωνές, γέλια, ευχές, πειράγματα, αγκαλιές περιστρέφονται γύρω από τον παππού και τη γιαγιά. Η γιαγιά η Θρακιώτισσα! Η αγκαλιά της τους χωράει όλους, το σπίτι της «κέρας της αμάλθειας»1. Πώς τα καταφέρνει να έχει κάτι ξεχωριστό για τον καθένα! Πώς καταφέρνει να έχει αγκαλιά για τον καθένα! Τα ρυτιδιασμένα της χέρια προσφέρουν ανεκτίμητες γεύσεις. Κανείς δεν φεύγει χωρίς κέρασμα. 

Ο παππούς, καθισμένος στο σιδερένιο κρεβάτι του, με το ζόρι κρατάει το κεφάλι του χωρίς στήριγμα. Και δεν είναι μόνο τα ογδόντα τόσα χρόνια που κάνουν βαρύ το κεφάλι του. Πιο πολύ τον βαραίνει ένα εγκεφαλικό. «Βαρύ» το είπε ο γιατρός στο γιο του, όταν έτρεξαν στο νοσοκομείο. Από τότε άλλαξε απότομα η ζωή του. Η αρρώστια τον καθήλωσε εδώ και μια δεκαπενταετία. Μόνιμα πάνω στο κρεββάτι, σ’ ένα δωμάτιο μόνιμα ίδιο, όπως το ’χτισαν το ’23, με τον εποικισμό. Μόνιμη συντροφιά του, ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, το μιντέρι2 στη μια άκρη κι ο γιούκος3, η ξυλόσομπα και στον τοίχο ένα ταπί, με τη γνώριμη αναπαράσταση των ελαφιών. Δεν μπορεί να μετακινηθεί καθόλου πια. Έχει παραβαρύνει πλέον, έχει πειραχτεί και το μυαλό του. Δεν πολυμιλάει αλλά κι όταν μιλάει πετάει άναρθρους ήχους ή – στην καλύτερη περίπτωση – ονόματα από το πολύ μακρινό παρελθόν: μαμά, ουμπά4… Έχει μείνει το μυαλό του στην παιδική του ηλικία, αυτή έχει χαραχτεί βαθιά μέσα του. Ακόμη και την γιαγιά δυσκολεύεται κάποιες φορές να αναγνωρίσει, αυτήν που στέκεται πιστά δίπλα του εξήντα τόσα χρόνια. «Μαμά» τη φωνάζει τις πιο πολλές φορές κι αυτήν.  Οι πειραγμένοι νευρώνες του εγκεφάλου του έχουν σβήσει μνήμες. Μόνο ένα αδιόρατο χαμογελάκι αχνοφαίνεται μόνιμα στο πρόσωπο του παππού. Να σημαίνει άραγε πως καταλαβαίνει κάτι ή είναι το σημάδι της ισόβιας καλοσύνης του; Ποιος να ξέρει!

16χρονο παλληκαράκι είχε φθάσει στο καινούριο χωριό του, ξυπόλητος και κυνηγημένος. Η δική του γενιά ανάστησε τον καινούριο άγνωστο τόπο τους και τον έκανε ζηλευτό. Όργωσαν και ξεχέρσωσαν ακαλλιέργητα εδάφη, έχτισαν σπίτια, αποθήκες και στάβλους, έσκαψαν πηγάδια, άνοιξαν δρόμους και μετέτρεψαν μια άγρια περιοχή σε όμορφο χωριό με περιποιημένα  σπίτια και κτήματα. Απ’ το παλιό τους χωριό κουβάλησαν ο, τι ήταν μπορετό να κουβαλήσουν με το κάρο. Ευλογημένο και το χώμα της καινούριας πατρίδας, καρπερό, ανταποκρίθηκε στις γνώσεις και στον κόπο των καινούριων κατοίκων του και γέννησε πλούτο. Έτσι, ο καινούριος προσφυγικός νέος τους τόπος, έγινε το γιατάκι5 τους. Εκεί είδε να ανασταίνεται το σπιτικό του. Τέσσερα παιδιά, πολλά εγγόνια και μερικά δισέγγονα.

Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια άλλαξαν. Τα παιδιά μακριά, εκτός από τον μεγαλύτερο γιο που έμεινε κοντά τους. Αυτός έκτισε καινούριο σπίτι κι ο παππούς με τη γιαγιά κράτησαν το παλιό προσφυγικό τους σπιτάκι. Μια κάμαρα κι ένας οντάς6 όλο κι όλο. Εκεί μέσα χώρεσαν και μεγάλωσαν όλοι. Κι εκεί βρίσκουν ακόμη ζεστασιά όλοι όσοι τις μέρες των γιορτών τους επισκέπτονται.

Κόσμος μπαίνει και βγαίνει. Ο παππούς καθισμένος πάντα στην ίδια θέση. Είναι φανερό πως δεν συμμετέχει. Δεν ακούει, δεν καταλαβαίνει, δεν μιλάει, δεν αντιδρά. Κάποια στιγμή ένας ανιψιός μπαίνει στο σπίτι. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό και μεγαλώνοντας ζει μακριά κι αυτός πλέον. Ζυγώνει τον παππού, που δεν τον αναγνωρίζει βέβαια. Πού να τον αναγνωρίσει, ούτε τα παιδιά του δεν αναγνωρίζει! Σκύβει στο αυτί του παππού και του λέει μια φράση, ακατανόητη στους περισσότερους: « Βενιζέλος πατήρ …».  Αμέσως το πρόσωπο του παππού φωτίζεται κι ένα μεγαλοπρεπές χαμόγελο απλώνεται. «της Ελλάδος σωτήρ …» απαντά ο παππούς.

Τι σου είναι ο εγκέφαλος! Μέσα από μια πάμπλουτη σε μνήμες ζωή, στολισμένη με εικόνες από τόσες γεννήσεις, θανάτους, γάμους, χαρές, λύπες, πληροφορίες, ονόματα, μικρές και μεγάλες στιγμές κράτησε μια εικόνα του Βενιζέλου το 1920. Με τη συνθήκη των Σεβρών στα χέρια φαίνεται να ολοκληρώνει το όραμα όλων των Ελλήνων, πιο πολύ των προσφύγων, που έβλεπαν τον οξυδερκή, ανήσυχο, διορατικό και πεισματάρη Κρητικό πολιτικό να παραλαμβάνει την Ελλάδα το 1910 από την Μελούνα7 και να την φτάνει ως την Τσατάλτζα και τη Σμύρνη και να απελευθερώνει την «Πατρίδα» τους. Στον τοίχο του σπιτιού τους γίνεται εικόνισμα, στο πλάι του Χριστού και της Παναγιάς, γίνεται ο πατήρ και ο σωτήρ της Ελλάδος, όπως έλεγε ένα τραγούδι της εποχής.

  1. κέρας της αμάλθειας= Αμάλθεια ήταν στη μυθολογία η κατσίκα του Δία  που το ένα κέρατό της, το οποίο από τότε είχε τη θεϊκή ιδιότητα να παρέχει τροφές χωρίς τέλος. Μεταφορικά είναι σύμβολο της αφθονίας με τη μορφή ενός μεγάλου δοχείου σε σχήμα κέρατος ζώου, το οποίο ξεχειλίζει από φυσικά προϊόντα: φρούτα, άνθη, καρύδια..
  2. μιντέρι= χαμηλός σταθερός καναπές
  3. γιούκος= κοίλωμα σε τοίχο, όπου τοποθετούνται τα στρωσίδια 
  4. ουμπάς= μπαμπάς
  5. γιατάκι= τόπος για ύπνο ή ανάπαυση
  6. οντάς= μικρό δωμάτιο
  7. Μελούνα= με την έκφραση «Ελλάδα της Μελούνας» χαρακτηριζόταν η περιορισμένη εδαφική έκταση του τότε νεοελληνικού κράτους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: