Πορπιώτικες ιστοριούλες- μασάλια

Τὸ μασάλι εἶναι λέξη τῆς δημοτικῆς ἀπὸ τὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ μασάλ και σημαίνει αὐτὸ που στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ λέγεται αἶνος (=παραίνεσις, διδασκάλιο, διδακτικὸ ἀφήγημα). Για παράδειγμα οι λεγόμενοι ’’Μῦθοι τοῦ Αἰσώπου’’ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ λέγονται Αἶνοι τοῦ Αἰσώπου· διότι βέβαια δὲν εἶναι μῦθοι καὶ δὲν ἔχουν καμμία σχέση μὲ τοὺς μύθους τῆς μυθολογίας. Η μετάφραση ’’Μῦθοι τοῦ Αἰσώπου’’ εἶναι λαθεμένη. Τέτοια  μασάλια ἔχει ἀρκετὰ καὶ ἡ Βίβλος.

Τα «Μασάλια» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ιστοριούλες, που από τα πανάρχαια χρόνια πλάθουν οι άνθρωποι για διάφορα θέματα, συνδυασμένα με απλό τρόπο και χιούμορ. Αυτές οι ιστοριούλες, μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.

Βάνα   της Βάνας Γκαράνη
   Μια ιστορία για τον παππού Κουμανίδη. Ο πατέρας μου δούλευε σαν οδηγός φορτηγού. Σε ένα ταξίδι του στην Άρτα για να μεταφέρει φρούτα τον πήρε μαζί του για παρέα. Και στο δρόμο, όταν περνούσαν από την Κατάρα, σκέφτηκε να του κάνει πλάκα. Πήγαινε λοιπόν άκρη- άκρη στο δρόμο στο χείλος σχεδόν του γκρεμού! Οπότε δε βάσταξε και πολύ ο παππούς και έντρομος άρχισε να φωνάζει:. Κει μεριά Καρανάκηηηη. Κεί μεριάαααα!!!
    1511338_1570650433221388_6350732248627661217_n             του Νίκου Τσούνη

Ο Μιχάλης (Λάλος) στην Γερμανία, με δυο χωριανούς έψαχνε απεγνωσμένα να εντοπίσει το σπίτι του Ανδρέα Γκαράνη στην πόλη που έμενε. Εξαντλημένοι απ’ το περπάτημα πατάνε το κουδούνι μιας πόρτας και βγαίνει μια γυναίκα. «Σπρεχεν ζιι Ντόιτσ?»  «Νο,νο!»  «Ιταλιάνο?»  «Νο» «Ιγκλις?» «Νο»   Απελπισμένος ο Μιχάλης αρχίζει τις Χριστοπαναγίες και τότε η γυναίκα συγκινημένη. «Έλληνες είστε, βρε παιδιά

του Στέλου Κοντονικολάου                                                      στελιος

    Είχανε κλεψει μια κότα απο το κοτέτσι του Φωτάκα και την μαγείρεψε η μάνα μου στο καφενείο, ήρθε και αυτός με το μηχανάκι, έκατσε στην παρέα, έφαγε, ήπιε, πλήρωσε και τον λογαριασμό, γιατί λέει ότι  εσείς βάλατε την κότα, εγώ τα ποτά, χωρίς να ξέρει ότι και η κότα ήταν δικιά του. Όταν το έμαθε δεν είπε τίποτα. Μετά από καιρό αυτήν την παρέα την τάισε κάργες και τους είπε ότι ήταν αγριοπερίστερα.

23519309_10215236240401296_2137456846927546294_n            του Στέφανου Ελευθεράκη

 

     Μια φορά θα πήγαιναν για ψάρεμα, χαράματα ακόμα. Ο Παναγιώτης Δεληβασίλης, γνωστό ζιζάνιο και πειραχτήρι ως γνωστόν, θέλησε να του κάνει μια πλάκα. Ενώ περίμεναν τον Φωτάκα που θα ερχόταν με το μηχανάκι του σκέφτηκε να τον φοβερίσει. Τυλίχτηκε μ’ ένα σεντόνι και περίμενε κρυμμένος σε μια γωνιά. Μόλις εμφανίστηκε ο Φωτάκας, πετάχτηκε μποστά του τυλιγμένος στο σεντόνι, δήθεν ότι είναι φάντασμα. Ο Φωτάκας, κατάλαβε την πλάκα, έβγαλε πολύ γρήγορα το πιστόλι που είχε μαζί του και πυροβόλησε στον αέρα. Αυτό ήταν! Το φάντασμα μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς λιποθύμησε απο το φόβο του.

 

18033792_1312727715479254_2495939259971603668_n                   του Ευθύμιου Παιδαράκη

Βλέποντας την φωτογραφία του παππού της Παντελή Παιδαράκη που ανέβασε η εγγονή του Γιάννα Παιδαράκη, θυμήθηκα την παρακάτω ιστορία που είχα ακούσει κάποτε στο χωριό μας…..

Ο καφετζής του χωριού Βασίλης Δερμανόπουλος ήταν γνωστός για τις πλάκες και τις φάρσες που σκάρωνε!!!!
Γνωρίζοντας ακριβώς την ώρα που θα έβγαινε στο καφενείο ο μπάρμπα Παντελής, έβαλε στο δίσκο ένα φλυτζάνι καφέ κι ένα ποτήρι νερό και πήρε την κατηφόρα….
Παρακάτω ανταμώνει τον μπαρμπα Παντελή που ανέβαινε προς το καφενείο…
Έκπληκτος ο μπαρμπα Παντελής, αντικρύζοντας τον καφετζή με το δίσκο τον ρωτά….
Που πας ρε Βασιλ’….
Να μωρε εδώ στον Σταύρο τον Τσονάκη….
Καλά, τον πας τον καφέ στο σπιτ’;
( Ο Σταύρος Τσονάκης είχε έρθει από την Γερμανία για διακοπές)
Εε,  αφού πληρώνει για να τον πιει τον καφέ στο σπίτι, γιατί να μην τον πάω;
Έξαλλος ο μπαρμπα Παντελής από τα ξενόφερτα ήθη που έφεραν οι χωριανοί από την Γερμανία αρχίζει να φωνάζει:
Κι γω πληρώνω ρε….κι εμένα στο σπιτ’  θα μου το φερ’ς… εκεί θα τον πιω!!!!!

16473183_1232697950148898_3193332827969913410_n
ο μπαρμπα Παντελής Παιδαράκης με τη σύζυγό του Αφεντούλα

 

23519309_10215236240401296_2137456846927546294_n            του Στέφανου Ελευθεράκη

Αφήγηση της γιαγιας Ειρήνης (την άκουσα σε κάποιο νυχτέρι):

   Επισκέφθηκε κάποτε στενούς συγγενείς σ’ ένα χωριό των Σερρών (Να ξέρετε ότι πολλοί Μασταναριώτες πρόσφυγες πήγαν εκτός από την Πόρπη στο νομό Σερρών- Λυγαριά, Σιμόνας, Ν. Σκοπός κ.ά. Γι’ αυτό υπάρχουν και προξενιές και γάμοι και συγγένειες με τα μέρη αυτά (Κωνστανταράκηδες, Κουτσοδημάκηδες κλπ. Με την ανταλλαγή πληθυσμών, το 1922-23, επειδή στις Σέρρες ζούσαν αρκετοί Μουσουλμάνοι, υπήρχαν διαθέσιμα χωράφια και έμοιαζε η περιοχή με αυτή του Μασταναριού και της Α. Θράκης γενικότερα, οπότε πολλοί Μασταναριώτες πήγαν εκεί).

   Στην ιστορία μας, όμως: Τα χρόνια εκείνα, επειδή οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες και τα σπίτια – προσφυγικά, κτισμένα βιαστικά και με λίγα μέσα- πολύ μικρά, συνήθως 2 κάμαρες όλο κι όλο και οι οικογένειες μεγάλες, οι επισκέψεις κρατούσαν αρκετό καιρό, 1-2 βδομάδες συνήθως και – φυσικά- όλοι ή σχεδόν όλοι κοιμόταν σε ένα κοινό δωμάτιο. ΄Επεσε λοιπόν το βράδυ η γιαγια Ειρήνη να κοιμηθεί, ενώ σε διπλανά κρεβάτια κοιμόταν κι άλλοι συγγενείς. Κάποια στιγμή, η γιαγιά Ειρήνη ένιωσε κοιλιακές ενοχλήσεις, που προσπάθησε να τις ξεπεράσει αλλά αυτές οι ρημάδες επέμεναν. Έκανε πολύ υπομονή, έβηξε για να συγχρονιστεί, σφίχτηκε. Κάποια στιγμή οι ανάσες των συγκατοίκων έγιναν ροχαλητά, οπότε σίγουρη ότι κοιμήθηκαν επιτέλους, χαλάρωσε, αφήνοντας ένα μικρό … αναστεναγμό! Ησυχία απόλυτη. Την επόμενη φορά ο ήχος ήταν λιγάκι δυνατότερος, οπότε ακούει την ανεψιά της να ψιθυρίζει: Μαμά, ποιος; Κι η μαμά της: Σςςςςςς, θεία! Οπότε άρχισε κι αυτή να ροχαλίζει ψεύτικα.

16406544_1378977002144374_547358198252212536_n   η γιαγιά Ειρήνη Κουτσοδημάκη

 

18033792_1312727715479254_2495939259971603668_n      του Ευθύμιου Παιδαράκη

Μια ανέκδοτη ιστορία για την περίφραξη του δημοτικού σχολείου που μου είπε ο πατέρας μου!!!!!

Δεκαετία 1970-80 αποφασίζει η σχολική επιτροπή την αναγκαιότητα ύπαρξης περίφραξης στο σχολείο….
Μια και δυο κατεβαίνουν στη Κομοτηνή για να ζητήσουν από τον νομάρχη (μάλλον ο Φωτέας τότε) την χορήγηση κονδυλίου για την κατασκευή….
Τους δέχεται ο νομάρχης, αρχίζουν τα παρακάλια και να εκθέτουν τα επιχειρήματα για την κατασκευή της περίφραξης…..
«κ. Νομάρχα, το σχολείο είναι πολύ κοντά στο δρόμο, τα παιδιά παίζουν μπάλα και μπορεί να έχουμε ατύχημα αν ξεφύγει το τόπι και βγει στο δρόμο»
Ο νομάρχης σκεπτικός…..
Ξαφνικά πετάγεται κάποιος χωριανός από την σχολική επιτροπή και λέει στον Νομάρχη…
«Δεν είναι μόνο ο δρόμος κ. Νομάρχα…..
Εκεί δίπλα έχει ο Καρέσπας (Αντώνης Καριοφυλλίδης) στάβλο……φαντάζεσαι αν λυθεί κανα μοσχάρι και μπει στο σχολείο τι έχει να γίνει»;
Ο διστακτικός μέχρι τότε Νομάρχης λέει…
» Εε, αν είναι να μπει το μοσχάρι του Καρέσπα στο σχολείο να την φτιάξουμε την περίφραξη»!!!
Την επόμενη μέρα είχε έρθει συνεργείο και μετρούσε για την περίφραξη…
(Τα ονόματα της επιτροπής στην διάθεσή σας)!!!!

 

23519309_10215236240401296_2137456846927546294_nτου Στέφανου Ελευθεράκη

μια αναφορά για τη Βουλγαρική κατοχή

    Όπως ξέρετε, οι Βούλγαροι κατακτητές συμπεριφέρονταν πολύ βάναυσα στους συγχωριανούς μας. Με το παραμικρό κι αναιτιολόγητα πολλές φορές ξυλοκοπούσαν άγρια όποιον έβαζαν στο μάτι, μεγάλο ή μικρό. Επομένως, φυσικό ήταν να θέλουν να εκδικηθούν οι Πορπιώτες για όσα δεινά υπέμεναν. Ένας συγχωριανός λοιπόν, ο Αντώνης Ουρλάκης, γεννημένος το 1933, επομένως στην Κατοχή ήταν από 8-11 χρονών, παιδάκι, αποφάσισε να δράσει. Ο αδερφός του Δημήτρης, 9 χρόνια μεγαλύτερός του,  είχε δαρεί ανηλεώς από τους Βούλγαρους. Ήταν λοιπόν φυσικό ο μικρός Αντώνης να θέλει να πάρει το αίμα του πίσω. Πώς όμως; Με ποιον τρόπο μπορούσε να τα βάλει με τους κατακτητές; Με ποια υποστήριξη; Άλλωστε εκτός του ότι ήταν μικρός δεν τον ευνοούσε και το μπόι του.  Είχε βέβαια νεύρο αλλά κοντούλης κι αδύναμος όντας, δεν μπορούσε να απειλήσει με την παρουσία του. Στη γειτονιά του έμεναν 2-3 βουλγαρικές οικογένειες με μικρά παιδάκια, μικρότερα από το μικροκαμωμένο Αντώνη. Τα είχε ταράξει στη φοβέρα. Φορούσε ένα είδος σκούφιας για να κρύβονται τα χαρακτηριστικά του, μια κουκούλα που και τον έκρυβε και τον έκανε πιο φοβερό. Ήξερε μάλιστα βρισιές στα βουλγάρικα και μόλις τα αντάμωνε στο δρόμο, κοιτώντας προσεκτικά μην τον δει κανένας γονιός τους, τα «χούγιαζε» άγρια. Αυτά έπαιρναν τέτοιο φόβο που το έβαζαν στα πόδια κι έτρεχαν να κρυφτούν. Ήταν τέτοιος ο φόβος κι τρομάρα των μικρών βουλγαρόπουλων που τρέχοντας φώναζαν στη γλώσσα τους: «κατσιούλ- κατά, κατσιούλ- κατά» (σε ελεύθερη μετάφραση: έρχεται ο κουκουλοφόρος (κατσούλα=κουκούλα). Ήταν κι αυτό ένα είδος Αντίστασης.

 

 

μια αποκριάτικη ιστοριούλα

Βάνα             της Βάνας Γκαράνη

     Σήμερα φίλοι μου θα σας πω μια αποκριάτικη ιστορία που μου τη διηγήθηκε χθες βράδυ η μάνα μου και γέλασα πάρα πολύ. Μια ιστορία απ’ τα παλιά και αγνά εκείνα χρόνια, τότε που οι άνθρωποι τα μόνα μέσα που διέθεταν για να διασκεδάζουν, ήταν η καλή τους διάθεση, το χιούμορ και πολλή φαντασία.

     Πρωταγωνιστές οι : Αλέξης και Ανδρέας Αντωνακάκης, (μπαμπάς και γιος), (παππούς και πατέρας του Βαγγέλη για να καταλάβετε), Ανδρέας Γκαράνης και Γιώργης Παπαδόπουλος (μπαμπάς του Stavros Papadopoulo) και εν αγνοία της η Θεοπούλα Παρασχάκη, μετέπειτα Κοντονικολάου. Ντύνεται ο Ανδρέας Γκαράνης Θεοπούλα, την οποία έκλεψε υποτίθεται ο Ανδρέας Αντωνακάκης και πάνε όλοι μαζί στον πεθερό, στον παππού Αλέξη. » Να μπάρμπα Αλέξη, ου Αντρέας τόκλειψι του κουρίτσ’ » «Ρε γαμώ του γάλα τζ’ μάνασ τί εκανις ρεεε;;; Τχιουυυ!!!! Να μην την πείραξις ρεε;;;; Μάρ’ κουρίτσι μ’ να μη σέκανι τίποτα:;; Και δώστου έσκυβε και κοιτούσε τη Θεοπούλα, της οποίας το πρόσωπο δεν έβλεπε γιατί ήταν φυσικά σκεπασμένο και καθότι ντροπαλή ούτε και απάντηση έπαιρνε στα ερωτήματα! Κι αφού τον παίδεψαν αρκετά, τον λόγο παίρνει ο…. γαμπρός και λέει » Άντι πατέρα τώρα, ότι έγινι έγινι, δώσει μας την ευχή σ’. Άντι κι συ νύφη, κάνει μιτάνοια στουν πιθιρό σ’ κι φίλα του χέρι τ’ » Υπάκουη η νύφη, κάνει αυτό που πρέπει και ακολουθεί η…αποκάλυψη!!!! Τη συνέχεια τη φαντάζεστε βέβαια ε;

 

 

18033792_1312727715479254_2495939259971603668_n                   του Ευθύμιου Παιδαράκη

     Πρόσφατα με το χαμό του παπα Αντώνη μου ξανάρθε στο μυαλό ένα αστείο συμβάν μεταξύ του παπα κι εμένα.
Τότε τα κανάλια δυο στην τηλεόραση, ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ, η ενημέρωση λιγοστή κι αν κάποιος έφερνε εφημερίδα στο χωριό περνούσε από χέρι σε χέρι.
Μαθητής των πρώτων τάξεων του δημοτικού, ήμουν δεν ήμουν 7-8 χρονών, περίμενα ν’ αφήσει την Μακεδονία (εφημερίδα) απ’ τα χέρια του ο πατέρας μου για να την ξεφυλλίσω και να διαβάσω το ανέκδοτο που είχε στη δεύτερη σελίδα.
Χειμωνιάτικη η νύχτα, πυκνό το σκοτάδι, ο Παναγής ο Μηλιογλου ο συχωρεμένος δεν άλλαξε την καμένη λάμπα στο στύλο, κι ο πατέρας μου αφού έκλεισε την φυλλάδα μου την δίνει να την πάω στον παππού μου τον Σταύρο. Δυσανασχετώ γιατί δεν θα την ξεφύλλιζα, αλλά και γιατί βραδιάτικα θα με έστελνε έξω.
     Ψιλόβροχο, σκοτάδι, η παιδική φαντασία να οργιάζει και να βλέπει παντού απειλές…..
Η άμυνά μου η ταχύτητα, τρέχοντας θέλω να φτάσω στο σπίτι του παππού να δώσω την εφημερίδα και να επιστρέψω. Έλα όμως που εκείνη την ώρα επέστρεφε κι ο παπα Αντώνης με την ομπρέλα του από το καφενείο του Αστρακη στο σπίτι του….. Ακούγοντας το τρέξιμο μου ο παπάς, στέκεται στη μέση του δρόμου προσπαθώντας να καταλάβει τι είναι αυτό που έρχεται από απέναντι. Μέχρι να καταλάβει τι γίνεται και με την φορά που είχα πέφτω πάνω στον παπα…..

    Κάτω εγώ, κάτω κι ο παπάς μέσα στις λάσπες, αλλού η ομπρέλα, αλλού η εφημερίδα, αλλού το καλυμμαύχι.
Ωωωωχ ο παπάς…..τσιρίδες εγώ από την τρομάρα μου μη μπορώντας να καταλάβω τι είναι αυτό το μαύρο που γίναμε κουβάρι….
Από τις τσιρίδες μας ακούει ο γείτονας ο Φώτης ο αγροφύλακας, βγαίνει με τα σώβρακα έξω μας περιμαζεύει, με πάει εμένα στο σπίτι μου.
Η μάνα μου να με ποτίζει αγιασμό για να συνέλθω, εγώ να κλαίω….
Αφού ηρέμησαν τα πράγματα και την επόμενη μέρα γλίτωσα και το σχολείο λόγω του σοκ, μας επισκέφτηκε ο παπα Αντώνης για να δει πως είμαι…..
Βρε Μάκη τι πάθαμε ψες;
Τι πάθαμε…..με ντύνεσαι μ’ αυτά τα μαύρα και γυρνάς μέσα στο χωριό σαν το φάντασμα πάτερ.….
Λες και είχε ο καημένος ο πάτερ Αντώνης πολλές ενδυματολογικές επιλογές…..

 

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: