Μια ιστορία της Πόρπης του ‘35

Μια ιστορία της Πόρπης του ‘35

                                                                                  του Στέφανου Ελευθεράκη

Πρόλογος κατατοπιστικός: Στην Πόρπη εγκαταστάθηκαν κάτοικοι αρκετών διαφορετικών  προελεύσεων, με διαφορές τόσο στο γλωσσικό ιδίωμα, όσο  και στα ήθη-έθιμα, στις παραδόσεις, στο  χαρακτήρα, στις αντιλήψεις, στον  τρόπο ζωής. Τα πρώτα χρόνια της συγκατοίκησης δεν ήταν καθόλου ανέφελα. Υπέβοσκε στις σχέσεις των νέων συγχωριανών η καχυποψία που τροφοδοτεί η διαφορετικότητα και – κάποιες φορές- έφτανε σε σύγκρουση. Δεν ήταν εύκολο να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν και να αλληλοκατανοηθούν  ένας πόντιος που ζούσε στη Σινώπη με το μικρασιάτη έμπορο ή αμπελουργό, τον ανατολικοθρακιώτη γεωργό ή τον  σαρακατσάνο κτηνοτρόφο!  Ήταν δηλαδή η Πόρπη σαν μια μικρή Βαβυλωνία (για να θυμίσω μια εξαιρετική πολύ παλιά ταινία με τέτοιο θέμα).

Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ είναι πραγματική, σύντομη και απλή αλλά δείχνει όσα ανέφερα προηγουμένως για τη Βαβυλωνία. Πόρπη, Καλοκαίρι, δεκαετία 1930. Οι ταλαιπωρημένοι πορπιώτες πρόσφυγες προσπαθούν να κουτσοβολέψουν τις ζωές τους. Έχουν κατασκευάσει τα σπιτάκια τους και τους απαραίτητους στάβλους. Βασικά υλικά ο πηλός και το ξύλο. Οι τουαλέτες, αν υπάρχουν, είναι στην άκρη του οικοπέδου, όσο πιο μακριά γίνεται από το σπίτι, με καλάμια γύρω-γύρω και δυο πέτρες, εκατέρωθεν μιας εντυπωσιακής πολύχρωμης τουμπίτσας που συν τω χρόνω υψώνονταν. Για περίφραξη τσαλιά που υπάρχουν άφθονα γύρω από το χωριό. Οι γειτονιές, οι μαχαλάδες –αυτό φαίνεται και τώρα- είναι σχηματισμένες με βάση  τη ράτσα: από δω οι Μασταναριώτες, δίπλα οι Μικρασιάτες, παραδίπλα οι Χατζηγυριώτες. Γκέτο πραγματικό, δηλαδή.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των πρώτων Πορπιωτών ήταν η έλλειψη νερού. Ξερή και άνυδρη η Πόρπη πάσχιζε να καλύψει την ανάγκη για νερό με μια κεντρική τουλούμπα και κανα-δυό πηγάδια, πολύ βαθιά, στα οποία περιττό να σας πω πως γινόταν χαμός. Πολλοί καβγάδες γίνονταν εκεί, γιατί συνήθως όλοι βιάζονταν: άλλης το παιδί έκλαιγε, αλλουνού τα ζώα ήταν πολλές ώρες διψασμένα, άλλη μαγείρευε κι άφησε το φαγητό στη φωτιά… Η φωτιά, άλλο πρόβλημα. Παντού κίνδυνοι ανάφλεξης. Η νοικοκυρά άναβε στην αυλή φωτιά για να μαγειρέψει, για πλύνει τα ρούχα και καμιά φορά να λούσει τα παιδιά. Και τι παιδιά! Πολλά παιδιά σε κάθε σπίτι, να τρέχουν από δω κι από κει, να σκαλίζουν, να χώνονται. Ποιος να τα προσέξει και να τα φυλάει μην κάνουν κάποια σκανταλιά!

γειτονιά

Στο μικρασιάτικο μαχαλά, δεν ξέρω ακριβώς πού, κάπου ανάμεσα σε Κουμπουτζή και Δεληβασίλη κάποιο παιδάκι την έκανε τη σκανταλιά του. Ξέφυγε από την προσοχή της μάνας του, πήρε ένα αναμμένο κλαδί κάτω από το καζάνι, πήραν αμέσως φωτιά τα ξερόχορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα η φωτιά έγινε ανεξέλεγκτη, απειλώντας σπίτια, στάβλους, απόπατους, περιφράξεις… Πανικός. Έτρεχαν οι δύστυχοι μικρασιάτες άλλος με κλάρες, άλλος με φτυάρι, άλλος με πανιά να σβήσουν την κόκκινη λαίλαπα, φωνάζοντας ταυτόχρονα πανικόβλητοι για να βοηθήσει και να σπεύσει όποιος μπορούσε.

Στο σπίτι μας έμενε η προγιαγιά μου,  με δύο ορφανά εγγόνια της, τον πατέρα μου κι έναν πρωτοξάδερφό του. Όλοι τη φώναζαν Μαμάνη. Κι εγώ το όνομά της -Παρασκευή- το έμαθα όταν κάναμε το σταυρό της στο μνήμα της. Έτσι, φώναζαν οι Θρακιώτες τις γιαγιάδες. Ήταν μια γυναίκα που έχασε σύζυγο κι έξι παιδιά, που παρότι η προσφυγιά, οι αρρώστειες, οι θάνατοι, η φτώχεια την είχαν στιγματίσει, είχε θέληση και πείσμα. Φανταστείτε, τα χρόνια εκείνα μια γυναίκα, χωρίς αντρική βοήθεια να πρέπει να οργώσει, να σπείρει, να θερίσει, να ξεχερσώσει, να κόψει ξύλα. Κατάφερνε χάρη στη δύναμη της ψυχής της να καλύψει τις σωματικές της αδυναμίες. Ένα θα σας πω μόνο για να σας πείσω για το δυναμισμό της: στη μακρινή από το σπίτι μας μοναδική τουλούμπα που εφοδίαζε τότε όλο το χωριό – κάπου μπροστά στη εκκλησία του χωριού- θα ήταν η πρώτη που θα γέμιζε το κουβαδάκι της με νερό, ανεξαρτήτως σειράς και ουράς και με οποιοδήποτε τρόπο. Μπορούσε μέχρι και να πλακωθεί στο ξύλο!

17883506_10213115507464298_8511874513330371017_n

Ακούει, λοιπόν, η Μαμάνη όλη αυτή τη φασαρία από το γειτονικό μικρασιάτικο μαχαλά και λέει αφελέστατα: «Τι τιρλάθκαν σήμιρα αυτοί μικρασιάτις! Έχ’ μια ώρα που κουσιάν κι φουνάζουν μπουρκαγιά.. μπουρκαγιά». Δεν πήρε χαμπάρι για την πυρκαγιά. Οι θρακιώτες την έλεγαν γιαγκίνι!!!

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: