2. μια ιστορία εκδίκησης

2.  μια ιστορία εκδίκησης

     Συνάντησα κάποτε, μαθητής Γυμνασίου ήμουν, τον παππού Παύλο Κουμπουτζή, Πορπιώτη Μικρασιατικής καταγωγής, έναν εύσωμο και δυναμικό παππού με αρκετά χρόνια στην πλάτη του. Ήμασταν κάτοικοι της ίδιας γειτονιάς και κάθε μέρα – πρωί κι απόγευμα- ανέβαινε ασθμαίνοντας την ανηφόρα στον κεντρικό δρόμο της Πόρπης, εκεί στα κυπαρίσσια του Γκουντάκου, περνώντας μπροστά από το σπίτι μας. Κρατούσε πάντα το μπαστούνι του και προχωρώντας αργά κατευθυνόταν στο κεντρικό καφενείο. Ήταν ένας στιβαρός και δυναμικός παππούς, που οι δυσκολίες και τα βάσανα της ζωής αλλά – κυρίως- και το βάρος των χρόνων και του σώματος τον δυσκόλευαν στην ανηφόρα. Για να πω την αλήθεια τον φοβόμουν και λίγο, γιατί σήκωνε εύκολα το μπαστούνι του, αν θύμωνε, και -παρά την ηλικία του- το ’λεγε η καρδούλα του. Τον συνόδευε άλλωστε η φήμη του πολύ δυνατού άντρα, που έζησε από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή αλλά και τη βουλγαρική κατοχή.

   Είχε έρθει πρόσφυγας απο τη Σμύρνη, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αφού περιπλανήθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν αρκετά, περνώντας πρώτα στην Κω, στον Πειραιά στη Θήβα και στο Ιωνικό της Ξάνθης, καταλήγοντας μετά το 1930 στην Πόρπη, με τη σύζυγό του Δήμητρα, τον γυιο του Μιχάλη, βρέφος, τον γυιο της γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο Παναγιώτη Βαπόρα, μαζί με τον πρωτοξάδερφό του Θεμιστοκλή και λίγους ακόμη. Η ευρύτερη οικογένεια των Κουμπουτζήδων σκόρπισε στα 4 σημεία του οριζοντα. Ο αδερφός του, ο Γιώργος, έφυγε από τη Σμύρνη στην Αμερική, άλλοι συγγενείς στη Θήβα, στην Κω νομίζω κάποιος άλλος. Το δέλεαρ για την προσφυγική εγκατάσταση στην Πόρπη ήταν ο μεγάλος κλήρος που έδωσε το 1931 η ΕΑΠ, επειδή η Πόρπη διέθετε γύρω της πολλή έκταση, 60 στρέμματα παρακαλώ! Ήταν παντρεμένος με τη Δήμητρα, μια γνήσια μικρασιάτισσα, που έχοντας ζήσει και δουλέψει σε αρχοντόσπιτα της κοσμοπολίτικης Σμύρνης ήταν θαυμαστή νοικοκυρά, ήξερε να κεντάει, να γιατρεύει και, προπαντός, να μαγειρεύει πολύ καλά.

Κουμπουτζής

  Το όνομά του παππού Παύλου συνδέονταν με έναν θρύλο, για εμάς τα παιδιά: ήταν λέει πρωταγωνιστής σε μια ηρωική πράξη εκδίκησης εναντίον των Βουλγάρων! Μαζί με δύο συγχωριανούς μας, μικρασιάτες στην καταγωγή όλοι τους, το Μιχάλη Μπεγιάζη και το Θεμιστοκλή Κουμπουτζή, εκδικήθηκαν το Σεπτέμβριο του 1944 όσα πάνδεινα υπέστησαν από τους κατακτητές βουλγάρους, οι ίδιοι αλλά και πολλοί συγχωριανοί μας. Έστησαν καρτέρι κι εκτέλεσαν έναν διαβόητο στην κατοχή δυνάστη τους, το Σέβο. Ο Σέβος ήταν χωροφύλακας των Βουλγάρων, πολύ σκληρός, άτεγκτος και κακός άνθρωπος. Πολλοί συγχωριανοί μας περνούσαν συχνά από τη βουλγαρικό σταθμό χωροφυλακής που είχαν στήσει στο σπίτι του Κέλλη (μικρασιάτης που έζησε στην Πόρπη για λίγα χρόνια- το οικόπεδό του το αγόρασε αργότερα ο Κων/νος Γκουντάκος). Είχαν επιλέξει ως χώρο του στρατηγείου τους το συγκεκριμένο, γιατί ήταν μεγάλο και δέσποζε στην πλατεία του χωριού. Εκεί λοιπόν, καθημερινά για ψύλλου πήδημα οι Βούλγαροι ξυλοκοπούσαν ανελέητα όποιον πορπιώτη θεωρούσαν ότι δεν υπάκουσε στις εντολές τους ή τον θεωρούσαν ύποπτο ή επειδή έτσι –απλώς- γούσταραν. Πολύ συχνά λοιπόν ακουγόταν ο σφυριχτός ήχος από το «κουρμπάτσι», το μαστίγιο που ήταν το εργαλείο για αυτή τη δουλειά, συνοδευόμενος από βογγητά και παρακαλετά των δύστυχων βασανιζομένων.

          Σεπτέμβρης 1944. Η Γερμανία χάνει τον πόλεμο και οι σύμμαχοί τους Βούλγαροι την προστασία τους. Βιάζονται να φύγουν πριν προλάβουν να οργανωθούν οι Έλληνες. Στην περιοχή μας, κυρίως στην Ξάνθη, δραστηριοποιείται η περιβόητη ομάδα του τσαούς Αντών. Στρατιωτική βουλγαρική μονάδα είχε έδρα το Φανάρι και είχε εντολή να συνοδεύσει τον άμαχο βουλγαρικό πληθυσμό στη φυγή του προς τη Βουλγαρία, γιατί φοβόταν αντίποινα από τους βασανισμένους Έλληνες κατοίκους της Θράκης, οι οποίοι είχαν υποστεί τα πάνδεινα στην Κατοχή.  Γι’ αυτό έφθανε συχνά μέχρι  τα άκρα, σε σημείο ωμότητας. Έφτασαν στο σημείο να κάψουν χωριά ή να εκτελέσουν επί τόπου Έλληνες, μόνο και μόνο γιατί είχαν κάποιες υποψίες ότι ενδέχεται κάποιος να τους επιτεθεί. Πρώτα αποχώρησε ο άμαχος πληθυσμός με τα κάρα και ο, τι βιος είχαν λεηλατήσει. Μαζί τους έφευγαν και κάποιοι «Έλληνες», βουλγαρογραμμένοι, οι οποίοι, για να αποφύγουν τις κακουχίες της Κατοχής, γράφτηκαν Βούλγαροι, συνεργαζόμενοι μάλιστα με τις βουλγαρικές αρχές, καταδίδοντας, ρουφιανεύοντας κλπ. Ευτυχώς, στην Πόρπη δεν είχαμε παρά ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις, κυρίως υποψίες για 2-3 συγχωριανούς που είχαν καλές σχέσεις με τις βουλγαρικές αρχές.

           Τρεις πορπιώτες που το’ λεγε η περδικούλα τους, τα ξαδέρφια Παύλος και Θεμιστοκλής Κουμπουτζής και ο Μιχάλης Μπεγιάζης, εκμεταλλευόμενοι την αταξία και την ταραχή των αποχωρούντων βουλγάρων αποφάσισαν να δράσουν. Έστησαν καρτέρι σε έναν χωραφόδρομο που κατά πληροφορίες θα περνούσε ο διαβόητος Σέβος, στο δρόμο που οδηγούσε στο Καβακλή, σημερινή Αίγειρο, κρατώντας πρόχειρα λοστάρια. Εκεί, ανάμεσα στα βάτα και τις τσαπουρνιές μιας ρεματιάς ο Σέβος πλήρωσε τα κρίματά του, αυτά που έκανε ο ίδιος και οι όμοιοί του. Τον σκότωσαν, όπως μου διηγήθηκε ο εγγονός του Γιώργος, με μια ζέβλα. Με την ίδια ζέβλα άνοιξαν έναν πρόχειρο λάκο και τον έθαψαν. Η πράξη αυτή, κατά τα λεγόμενα των συγχωριανών μας, ήταν πολύ ριψοκίνδυνη, γιατί πέρα από τον προσωπικό κίνδυνο που αντιμετώπισαν οι 3 θαρραλέοι πορπιώτες, υπήρχε ο κίνδυνος για αντίποινα, αφού η Βουλγαρική στρατιωτική μονάδα δεν είχε περάσει ακόμη και αν μάθαινε για την εκτέλεση του Σέβου θα έκαιγε το χωριό!

  Κατά την ταπεινή  μου γνώμη, δεν ήταν καθόλου τυχαίο πως την πράξη εκδίκησης την έκαναν μικρασιάτες. Κι οι τρεις τους ήρθαν από τα »ματωμένα χώματα» της Ιωνίας. Έζησαν τη φρίκη και την κτηνωδία, ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα, είδαν να χάνονται δικοί τους άνθρωποι και γνωρίζοντας για δεύτερη φορά τη βαρβαρότητα αντέδρασαν.

    Ρώτησα κάποτε τον παπού Παύλο: «Παππού, γνώρισες δυο Κατοχές, την τούρκικη στη μικρασία και τη βουλγάρικη στην Πόρπη. Πες μου ποια ήταν η χειρότερη από τις δυο; Ποιοι ήταν χειρότεροι: οι Τούρκοι ή οι Βούλγαροι;»  «οι Βούλγαροι, παιδάκι μου«, μου απάντησε. » Τον τούρκο, αν δεν τον πείραζες, δε σε πείραζε. Ήταν και λίγο μπουνταλάς. Μπορούσες να τον κανακέψεις, να τον φέρεις στα νερά σου, να τον ξεγελάσεις. Ο Βούργαρος ήταν μοβόρος, δε λογάριαζε«.

   Και για να κλείσω την αναφορά μου στη βουλγαρική Κατοχή θα διηγηθώ μια μικρή κουβέντα που είχα κάποτε με γηραιό πομάκο, μέλος της σχολικής επιτροπής του Ιεροσπουδαστηρίου Κομοτηνής, στο οποίο υπηρετούσα, το 1984. Συζητώντας με το γερο πομάκο για τη βουλγαρική κατοχή με ρώτησε: «Δάσκαλε, έφαγες καμιά φορά ξύλο βουργάρικο«;  «Όχι, δεν είχα αυτή την τιμή» απάντησα, θεωρώντας αφελή την ερώτηση. «Γιατί, τι έχει το βουλγάρικο ξύλο; »  «Αυτοί, μπρε παιδί μου, ντέκα βαράνε, ένα μετράνε! Λένε ένα: πατ, πατ, πατ, πατ..   ντύο: κιουτ, κιουτ, κιουτ, κιουτ… Πότε τα φτάσουν στο ντέκα!«

  Ο αγαπητός μας συγχωριανός Ευθύμης Παιδαράκης, για το παραπάνω θέμα μου έγραψε:

   Στέφανε, σύμφωνα με τις διηγήσεις της γιαγιάς και του παππού μου, δεν ανέφεραν ποτέ τον Σέβο σαν χωροφύλακα αλλά σαν βούλγαρο πολίτη με την ιδιότητα του μουχτάρη ( παρέδρου) του χωριού!!! Είχα ακούσει και μια ιστορία για τον ξυλοδαρμό του αδελφού του Αντώνη Ουρλάκη (δεν θυμάμαι όνομα) τον οποίο τον είχαν σακατέψει στο ξύλο….ο άνθρωπος αυτός δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει και να είναι ικανός για βαριές εργασίες….. Μάλιστα οι παππούδες ήταν τόσο καλοί στην αφήγηση που περιέγραφαν ότι όταν τον κάλεσαν οι βούλγαροι στο γραφείο τους αυτός απονήρευτος λόγω του νεαρού της ηλικίας πήγε με ένα πουκάμισο….(ο παππούς μου έλεγε ότι όποιος πήγαινε εκεί μέσα ντυνόταν γερά για να μην είναι τα χτυπήματα κατάσαρκα)….. Μια άλλη ιστορία με ξυλοδαρμό από τους Βούλγαρους και συγκεκριμένα από τον Σέβο ήταν αυτή του αδελφού της γιαγιάς μου, του Μανούσου Παιδαράκη, που με ένα κτύπημα με ένα στειλιάρι, που είχε πάντα ο Σέβος, κατάφερε να του σπάσει τον ώμο…..

και ο αδερφός του Σταύρος προσθέτει:

Για τον Σέβο τον Βούλγαρο, η γιαγιά μου έλεγε ότι πήγαινε και έτρωγε με το κουτάλι το γουρουνίσιο λίπος (γιατί το λάδι ήταν δυσεύρετο και το αγελαδινό βούτυρο σπάνιο) που είχαν και χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα. Μέχρι που δεν άδειαζε όλο το δοχείο περνούσε και ζητούσε “λίντα – λίντα” όπως το έλεγαν το λίπος (λίγδα). Το αγελαδινό βούτυρο το έκρυβε η γιαγιά σε τρύπες στην πλινθόχτιστη αποθήκη και το με λάσπη και άχυρα δάπεδο.

 

Κουμπουτζής Π.                Μιχ. Μπεγιάζης         Θεμιστοκλής Κουμπουτζής

 

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: