Η Πόρπη κατά τον Εμφύλιο

 ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Στην Ελλάδα, ο εμφύλιος άρχισε το Φθινόπωρο του 1946 και τελείωσε στις 29 Αυγούστου 1949. Τα δύο αντιμαχόμενα μέρη ήταν από τη μια πλευρά ο Εθνικός Στρατός, στον οποίο επιστρατεύτηκαν Έλληνες πολίτες με τακτική στρατολογία, με την υποστήριξη της κυβέρνησης Σοφούλη. Τις δυνάμεις αυτές ενίσχυαν και άλλα Σώματα, όπως η Βασιλική Χωροφυλακή, η Εθνοφρουρά, οι ΜΑΥ-ΜΑΔ και είχαν τη δυνατότητα ενίσχυσης των δυνάμεων με το Ναυτικό και την Αεροπορία.

    Από την άλλη πλευρά βρισκόταν ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, στον οποίο ενώθηκαν μέλη και φίλοι του Κ.Κ.Ε. άνδρες και γυναίκες. Μεγάλο μέρος αυτών είχε πάρει μέρος στο αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ.

     Όμως στις συγκρούσεις που έγιναν πήραν μέρος και άλλες δυνάμεις, στα πλαίσια και του ψυχρού πολέμου των μεγάλων δυνάμεων. Από τη μια πλευρά ήταν οι ΗΠΑ και η Μεγ. Βρετανία και από την άλλη η ΕΣΣΔ, η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία και η Αλβανία οι οποίες ενίσχυαν πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά τους στρατούς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η βοήθεια που ελάμβαναν ήταν του ίδιου μεγέθους.

     Ο πόλεμος ενέπλεξε το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Άμαχος πληθυσμός αλλά και παιδιά βρέθηκαν στην αναστάτωση και τις δραματικές συνέπειες των συγκρούσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πέρα από τις βαριές απώλειες σε έμψυχο υλικό τεράστιες και βαρύτατες ήταν οι κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις για πολλά χρόνια. O εμφύλιος σπαραγμός, τελείωσε με την επικράτηση του επισήμου κράτους έναντι των κομουνιστών ανταρτών και οι πληγές που άφησε στην ήδη λαβωμένη από την κατοχή Ελλάδα ήταν μεγάλες και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επουλωθούν. Η Ελλάδα δεν κατάφερε να εξαργυρώσει κανένα όφελος από τον πόλεμο ενάντια στον Γερμανο-Ιταλικό Άξονα, παρά μόνο κατέληξε χρεωμένη, κατεστραμμένη και με τους ανθρώπους της πεινασμένους, εξαθλιωμένους, διχασμένους να θρηνούν τους νεκρούς και τις χαμένες τους περιουσίες. Με υπομονή, πείσμα και πολύ πολύ δουλειά, οι χωριανοί μας κατάφεραν σιγά σιγά να ορθοποδήσουν και να επουλώσουν τις πληγές του πολέμου.

      Στις εκλογές του 1946, στις οποίες η ΕΑΜική παράταξη, απείχε, τα δεξιά κόμματα επικράτησαν και συγκρότησαν την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Κων/νο Τσαλδάρη. Τότε και μετά το ψήφισμα του Ν. 509 δημιουργήθηκαν νέα πλαίσια όσον αφορά την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής αριστεράς. Στόχος ήταν ο περιορισμός των αριστερών από τη νόμιμη πολιτική ζωή.

     Η Εθνοφυλακή ήταν το σώμα εκείνο που αποτέλεσε ουσιαστικά τον πυρήνα του μετέπειτα στρατού. Είχε δημιουργηθεί την περίοδο ανάμεσα στην Απελευθέρωση από τους Γερμανούς και τα Δεκεμβριανά. Το Μάρτιο του 1946 είχαν συγκροτηθεί ήδη επτά ανώτερες στρατιωτικές διοικήσεις στις μεγάλες πόλεις. Η Βασιλική Χωροφυλακή είχε πάντα έναν ημιστρατιωτικό χαρακτήρα. Η δράση της στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 είχε καταστήσει το σώμα απαραίτητο μοχλό στην επικράτηση της στρατιωτικής και πολιτικής κυριαρχίας της κυβέρνησης. Ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν και οι λεγόμενοι χωροφύλακες άνευ θητείας1, που συγκροτούσαν τους λεγόμενους Λόχους Κυνηγών, αλλά και ένα άλλο ένοπλο σώμα με την επωνυμία ΜΑΥ-ΜΑΔ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου-Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως). Μέλη αυτών ήταν κυρίως  χωρικοί που αποστολή τους ήταν η υπεράσπιση των χωριών από ενδεχόμενες επιθέσεις των ανταρτών. Πιο αποτελεσματικές ήταν η ΜΑΔ, που οι επικεφαλής τους ήταν μόνιμοι αξιωματικοί του τακτικού στρατού. Στην πράξη όμως, τις περισσότερες φορές η δράση αυτών των ένοπλων δυνάμεων δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι θα έλυνε. Ο αφοπλισμός τους από τους αριστερούς αντάρτες ήταν σε πολλές περιπτώσεις αρκετά εύκολος.

Ανατολική Μακεδονία και Θράκη

    Ο Εμφύλιος σ’ αυτές τις περιοχές είχε πολλές ιδιαιτερότητες, που οφείλονταν στη γεωγραφική τους θέση, αλλά και στην πληθυσμιακή σύνθεση. Από τη μια πλευρά οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν εκτεθειμένες σε μια μεγάλη ορεινή περιοχή που κατέληγε στη συνοριακή γραμμή, ενώ από την άλλη οι δυνάμεις του ΔΣΕ δεν ήταν μακριά από τη θάλασσα και τις δυνάμεις που μπορούσαν να καταφθάσουν από εκεί. Λόγω της στενότητας του χώρου δεν ήταν εύκολη η μεγάλη συγκέντρωση στρατευμάτων. Οι μάχες που έγιναν είχαν πάντα ένα χαρακτήρα φθοράς του αντιπάλου και για το ΔΣΕ η καθήλωση υπέρτερων δυνάμεων του εθνικού στρατού, ώστε να μη χρησιμοποιούνται αυτές σε άλλες επιχειρήσεις αλλού, που ήταν πιο σημαντικές στρατηγικά.

     Και η σύνθεση του πληθυσμού ήταν διαφορετική στην περιοχή και είχε αντανάκλαση στους αντιπάλους. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από παλιούς αντάρτες της Κατοχής, που είχαν αποσυρθεί στο στρατόπεδο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας κατά την περίοδο 1945-1946. Στην περιοχή του Έβρου από ανθρώπους που είχαν φύγει στην Κατοχή για τη Μέση Ανατολή και είχαν καταλήξει σε βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τα γεγονότα του του Απριλίου του 1944. Από την αντίπαλη πλευρά η VII Μεραρχία, που είχε ως πηγή στρατολόγησης την περιοχή της Θράκης, είχε υψηλό ποσοστό από τη μουσουλμανική μειονότητα, που δεν έδειχνε όμως διάθεση συμμετοχής στις πολεμικές δραστηριότητες.

      Οι συγκρούσεις είχαν για μεγάλο διάστημα το χαρακτήρα μικρών επιχειρήσεων του ΔΣΕ απέναντι σε μεμονωμένους στόχους με σκοπό την παρενόχληση του αντιπάλου και τον ανεφοδιασμό των τμημάτων. Η προσπάθεια του ΔΣΕ να εκμεταλλευτεί την κατάσταση στην Κομοτηνή, το Φθινόπωρο του 1947, απέτυχε με αποτέλεσμα να ενισχυθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις στην περιοχή. Η ανανεωμένη αυτή δύναμη προχώρησε σε νέες επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση «Αλέξανδρος» το Δεκέμβριο του 1947. Η επιχείρηση δεν κατάφερε να εκμηδενίσει τις δυνάμεις του ΔΣΕ, περιόρισαν όμως κατά πολύ τις δυνατότητες του αντάρτικου.

(Οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ – ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ -1946-1949).

Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΠΗ

    Στην Πόρπη η εποχή του Εμφυλίου κύλησε, μεν, μέσα σε μεγάλη ανέχεια και φτώχεια αλλά ευτυχώς δεν είχε πολλές συνέπειες για τους κατοίκους του χωριού. Κι αυτό γιατί στην Πόρπη δεν υπήρξαν αντίπαλα στρατόπεδα. Κανείς Πορπιώτης δεν έγινε αντάρτης. Οι μόνοι που συμμετείχαν στα γεγονότα της εποχής ήταν οι κληρωτοί φαντάροι, γεννημένοι τα έτη 1926 και 1927 (Γκαράνης Σταύρος, Κοντονικολάου Κώστας, Παιδαράκης Θόδωρος, Δεληβασίλης Δημ., Κουμανίδης Διαμ., Καρυοφυλλίδης Στρ. και Μήλιογλου Κώστας). Αρκετοί βέβαια συγχωριανοί υπηρετούσαν στα τμήματα πολιτοφυλακής, ως – αποκαλούμενοι- ΜΑΗδες (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου), ενώ υπήρχαν και οι λεγόμενοι χωροφύλακες άνευ θητείας1, που συγκροτούσαν τους λεγόμενους Λόχους Κυνηγών. Ο Ελληνικός Στρατός είχε δώσει όπλα στην πολιτοφυλακή όπλα και αποστολή τους ήταν η υπεράσπιση των χωριών από ενδεχόμενες επιθέσεις των ανταρτών. Τη νύχτα ορίζονταν φύλακες που περιφέρονταν και φυλούσαν σκοπιά, ενώ κάποιες φορές αναγκάζονταν υπό το φόβο επιθέσεων να κοιμούνται σε καταφύγια ή να καταφεύγουν σε πόλεις (Κομοτηνή), όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Τα χωριά που ήταν πιο κοντά στην Κομοτηνή, τα βράδια άδειαζαν, γιατί οι κάτοικοί τους μετακινούνταν κάθε βράδυ στην πόλη.

    Θύματα του εμφυλίου ήταν δυο Πορπιώτες: ένας νεκρός κι ένας τραυματίας. Ο Αντώνης Κοντονικολάου, γεννημένος στα 1921, σκοτώθηκε το 1947 στα μέρη της Ξάνθης, πολεμώντας με τη μεριά των πατριωτών του Αντώνη Φωστερίδη2, του λεγόμενου Τσαούς Αντών, που ανέπτυξε πλούσια δράση πολεμώντας στην περιοχή Δράμας και Ξάνθης εναντίον των κομμουνιστών του ΔΣ. Ο Σταύρος Γκαράνης, γεννημένος το 1926, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Τραυματίστηκε πολύ σοβαρά πατώντας σε νάρκη, στα 22 του χρόνια και στα δυο πόδια και νοσηλεύτηκε για μεγάλο διάστημα. Τελικά έχασε το ένα του πόδι  και του τοποθετήθηκε ξύλινο.

Eμφύλιος

    Λόγω γεωγραφικής θέσης η Πόρπη δεν ήταν εύκολος στόχος για τους Κομμουνιστές. Μακρυά από το βουνό, σε ανοιχτό μέρος, στο οποίο δεν είναι εύκολο να κρυφτεί κανείς, χωρίς δάση και χαράδρες γύρω της, ήταν δύσκολο για τους αντάρτες να κατεβούν στο χωριό και να φύγουν στο  βουνό αυθημερόν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Το Αστυνομικό τμήμα έδρευε μεν μακριά απ’ το χωριό, ήταν στη Μεσούνη, που έλεγχε κατά κάποιο τρόπο την κάθοδο αλλά και την άνοδο στα βουνά της Ροδόπης. Περιστασιακά μόνο εμφανίστηκαν μια δυο φορές αντάρτες, βραδάκι για να ζητήσουν κυρίως ρουχισμό και τρόφιμα. Τη μια φορά ήταν παρών ο Σταύρος Ελευθεράκης, ο πατέρας μου. Εμφανίστηκαν αντάρτες στο καφενείο και ζήτησαν κυρίως τσουράπια, ρουχισμό και κάποια τρόφιμα. Δεν χρησιμοποίησαν βία. Καθώς ο πατέρας μου μάλιστα ήξερε γράμματα, τον ανάγκασαν να γράψει σε μια κατάσταση τα απαιτούμενα είδη, τα οποία θα περνούσαν να πάρουν σε λίγες μέρες. Απείλησαν μάλιστα πως σε περίπτωση κατάδοσής τους στη Αστυνομία θα υπήρχαν συνέπειες για το χωριό, θα το έκαιγαν, τους είπαν. Όταν έφυγαν οι παρόντες συγχωριανοί συνεννοήθηκαν να μαζέψουν τα είδη, χωρίς να πουν σε κανέναν τίποτε. Έτσι η Πόρπη γλύτωσε από άλλα δεινά.

    Την περίοδο 1946-49 το Δημοτικό σχολείο λειτούργησε κανονικά. Οι δάσκαλοι ήταν κοινοτικοί και πληρώνονταν με εισφορές των γονιών των μαθητών ή σε είδος. Παράλληλα την περίοδο αυτή λειτούργησε στο Δημοτικό Σχολείο συσσίτιο για τους μαθητές του. Οι μαθητές πλήρωναν τα λεγόμενα τροφεία. Επειδή υπήρχε μεγάλη φτώχεια, ενώ και πολλά παιδιά ήταν ορφανά, (16 μαθητές του Δημοτικού το 1947 ήταν ορφανοί) αποφασίστηκε η απαλλαγή κάποιων μαθητών από την καταβολή των τροφείων (2500 δρχ).

μείωση τροφείων
Έγγραφο της Επιτροπής Συσσιτίων (την αποτελούσαν ο Μανούσος Παιδαράκης, ο Δημήτρης Ξενάκης κι ο δάσκαλος Π. Μητσιόπουλος) του 1947, με το οποίο αποφασίστηκαν τρία πράγματα: 1. ν’ απαλλαγούν από τα τροφεία οι 16 ορφανοί μαθητές του, 2. να προσληφθεί ως μάγειρος ο Αργυρακάκης Θεόδωρος (αδερφός του Φώτη, αργότερα μετανάστευσε και πέθανε στην Αυστραλία) με μεροκάματο 1000 δρχ (την περίοδο αυτή η δραχμή είχε πλήρως υποτιμηθεί) και 3. να αγορασθεί καπάκι για το καζάνι, αξίας 3000 δρχ!

1. Ο Αντώνης Φωστερίδης, γεννήθηκε στο χωριό Ερουκλί στη Μπάφρα του Πόντου και ήταν αγροφύλακας στις Κρηνίδες Καβάλας. Ο πατέρας του, Κυριάκος, το διάστημα 1918-1922 ήταν αντάρτης στον Πόντο. Το παρωνύμιο «Τσαούς» το απέκτησε στον στρατό όπου υπηρέτησε ως λοχίας. Ο Αντώνης Φωστερίδης, καταδιωκόμενος από τις βουλγαρικές αρχές για το φόνο της γυναίκας του, ανέβηκε στο βουνό το φθινόπωρο του 1942 και σύντομα αναγνωρίστηκε ως αρχηγός ολιγομελούς ομάδας (15-17 ανδρών), αποτελούμενης από συγχωριανούς του. Η επιβίωσή της εξαρτώταν από τα χωριά της περιοχής των Κρηνίδων. Με συναντήσεις με άλλους εθνικιστές οπλαρχηγούς πέτυχε τον Οκτώβριο του 1943 συμφωνία για κοινή δράση με άλλες μικρές ανεξάρτητες ομάδες ώστε να αντέξουν την πίεση του ΕΛΑΣ, διατηρώντας την ανεξαρτησία τους υπό την αρχηγία του. Ανέπτυξε πλούσια δράση στη συνέχεια εναντίον του ΕΛΑΣ, ως γενικός αρχηγός των Εθνικιστικών Ανταρτικών Ομάδων. Στον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν επικεφαλής δικής του ομάδας, αρχικά στη Θράκη και το 1947 στην Ανατολική Μακεδονία. Τον Αύγουστο το 1948 του απονεμήθηκε ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και ορίστηκε διοικητής του «Τάγματος Φωστερίδη» στο οποίο στρατεύτηκαν πολλά μέλη των πρώην ανταρτικών ομάδων του. Το 1952 εκλέχτηκε βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό. Πέθανε στη Δράμα στις 30 Αυγούστου 1979 από ανίατη ασθένεια.Το ΕΑΜ κατηγόρησε τον Φωστερίδη ότι συνεργάστηκε στην πράξη με τους Βούλγαρους.

2. Ως τέτοιος χωροφύλακας έφθασε στην Πόρπη ο Δημήτρης Μαστοράκης, ο λεγόμενος Κρητικός. Παντρεύτηκε και έμεινε έκτοτε μόνιμα στην Πόρπη.

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: