3. Η περίοδος 1922- 1940

ΩΣ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

    Οι πρώτοι κάτοικοι της Πόρπης, για μια τουλάχιστον εικοσαετία, από την εγκατάστασή τους στο χωριό έως την Βουλγαρική κατοχή, το 1941, έρχονται αντιμέτωποι με πολύ δύσκολες συνθήκες. Τα πρώτα χρόνια προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν, καθώς το αδύναμο ελληνικό κράτος πολύ λίγα πράγματα μπορεί να τους προσφέρει. Πρέπει να κτίσουν τα σπίτια τους, τους στάβλους και τις αποθήκες τους, να ξεχερσώσουν εκτάσεις, να εξασφαλίσουν νερό, ξύλα, θέρμανση, ρούχα…

    Οι συνθήκες το πρώτο διάστημα ήταν αντίξοες. Οι περισσότεροι πρόσφυγες τις ανέχονταν, διότι πίστευαν ότι η παραμονή τους στην Ελλάδα ήταν κάτι προσωρινό και ότι σύντομα θα επέστρεφαν στις ρίζες τους. Στην πατρίδα τους είχαν αφήσει σχεδόν τα πάντα! Κουβάλησαν μόνο κάποια ρούχα, λίγα σκεπάσματα, τα μεγάλα ζώα, τα κάρα τους, λίγο σιτάρι κι αλεύρι. Η γεωργική τους παραγωγή (σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, καπνός, τριφύλλι κ.α. έμειναν στ’ αμπάρια και στους αχυρώνες. Τα μικρόσωμα ζώα τους και τα έπιπλα έμειναν στο σπίτι. Πολλά οικιακά σκεύη κρύφτηκαν πρόχειρα μέσα στη σωρό του σιταριού ή ρίχτηκαν σε πηγάδια και σε αρκετές περιπτώσεις και χρήματα ή χρυσαφικά θάφτηκαν, γιατί ήταν σίγουροι πως σύντομα θα επέστρεφαν. Τότε η πληροφόρηση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και πολλές φορές υπερίσχυε η φήμη ή η παραπληροφόρηση.1

ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ

  Σε μια ταραγμένη εποχή, όπως αυτή που περιγράφουμε, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων έπαιξε η έλλειψη πληροφοριών ή – ακόμη χειρότερα- η παραποίηση της αλήθειας και η σκόπιμη διάδοση ψευδών ειδήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος του 1922, όταν οι περισσότεροι Σμυρνιοί ήταν με την εντύπωση ότι ο θεωρούμενος ανίκητος ελληνικός στρατός θριάμβευε στα βάθη της Ανατολής και ήταν πολύ κοντά στο να ανασυστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καταλαμβάνοντας μέχρι και την Πόλη. Την ίδια ώρα οι τσέτες βρίσκονταν προ των πυλών της Σμύρνης.

Ένα παρόμοιο γεγονός συνέβη και στην «Πατρίδα», στην Κεσσάνη συγκεκριμένα, λίγο πριν την «έξοδο», τον Οκτώβριο του 1922. Η πληροφόρησή των Ελλήνων για τα γεγονότα της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν ελλιπής ή και ανύπαρκτη.

Την προηγούμενη μέρα της απροσδόκητης και οδυνηρής εγκατάλειψης των πατρογονικών εστιών, κάποιοι Χατζηγυριώτες βρίσκονταν στην Κεσσάνη είτε γιατί εργάζονταν εκεί σε κάποιον γιαχανά (χαλβαδοποιείο) είτε για ψώνια. Ήταν η εποχή που η Ελλάδα για να εκβιάσει τα πράγματα πριν τον ξεριζωμό είχε προτείνει στους συμμάχους της να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, για να αναγκαστεί η Τουρκία να διαπραγματευτεί. Η πρόταση απορρίφθηκε από τους συμμάχους μας. Ίσως όμως να γέννησε τη φήμη του παρσίματος της Πόλης. Διαδόθηκε, λοιπόν, ότι πάρθηκε η Πόλη! Όταν πήγαν στο χωριό τους το σούρουπο με ένα γκρα ή ντολμά άρχισαν να ρίχνουν. Οι τουφεκιές τρόμαξαν αρχικά τον κόσμο. Σε λίγο όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία έκπληκτοι και με ανάμεικτα συναισθήματα, γιατί οι μαντατοφόροι φώναζαν: «Πήραμε την Πόλη, το μάθαμε στο Κεσσάνι»! Το ξέσπασμα ενθουσιασμού ήταν άκρατο. Εκπληρώνονται πόθοι τόσων αιώνων.

      Η ανέλπιστη χαρά και οι πανηγυρισμοί κράτησαν δύο με τρεις μέρες. Τόσο χρειάστηκε για να μάθουν πως έπρεπε να εγκαταλείψουν τάχιστα το χωριό τους και να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς, όταν συγχωριανοί τους που υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό μετά την απελευθέρωσε του ’20, περνώντας από το Κεσσάνι, για να επιστρέψουν στο χωριό, είδαν ότι άδειαζε. Το είπαν στους συγχωριανούς τους, μαζί με την είδηση της εκκένωσης τις Ανατολικής Θράκης και από τη μια στιγμή στην άλλη αντεστράφησαν τα συναισθήματα και τα γεγονότα πήραν δραματική τροπή. Σε λίγο φάνηκε ο στρατός που εγκατέλειψε την περιοχή.

 

  Μετά το αρχικό σοκ του τραγικού Χειμώνα 1922-23 και την υπογραφή της σύμβασης της Λοζάνης, 1923, άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι το όνειρο της επιστροφής δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί. Στόχος τους τώρα είχε γίνει η βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους και η ενσωμάτωση στη νέα πατρίδα. Η ελληνική κυβέρνηση, μπροστά στο τεράστιο έργο της περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων που έπρεπε να αναλάβει, ζήτησε τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών. Με πρωτοβουλία της ΚτΕ, το Σεπτέμβριο του 1923 ιδρύθηκε ένας αυτόνομος οργανισμός με πλήρη νομική υπόσταση, η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), με έδρα την Αθήνα. Βασική αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες παραγωγική απασχόληση και οριστική στέγαση. Έγινε, επίσης, προσπάθεια από την Ε.Α.Π να εγκατασταθούν γεωργοί πρόσφυγες στα μέρη όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν τις καλλιέργειες που ήδη γνώριζαν. Η κινητικότητα των προσφύγων υπήρξε μεγάλη. Οι πρόσφυγες γύριζαν από περιοχή σε περιοχή για να βρουν το μέρος με τις καλύτερες συνθήκες για εγκατάσταση, γι’ αυτό και μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχαμε αρκετές αλλαγές στη σύνθεση των κατοίκων του χωριού, αφού κάποιες οικογένειες ήρθαν αργότερα και κάποιες άλλες έφυγαν, μετοικώντας αλλού.

            Στην Πόρπη υπήρχαν πολλές χέρσες εκτάσεις και γι’ αυτό δόθηκε σχετικά μεγάλος κλήρος, 65 στρ. ανά οικογένεια, σε εδάφη όμως όχι εύφορα και με παντελή έλλειψη νερού. Οι πρώτοι κάτοικοι ξεχειμωνιάζουν την περίοδο 1922-23 σε χωριά του Έβρου και στην περιοχή της Αρωγής, κάτω από άθλιες συνθήκες, μέσα σε καλαμένιες καλύβες και με πολύ λίγα εφόδια. Αδέρφια χωρίζουν, καθώς εγκαθίστανται σε διαφορετικά μέρη. Αρκετοί δεν αντέχουν την πείνα, το κρύο, την ταλαιπωρία αλλά και τη στενοχώρια της προσφυγιάς και πεθαίνουν. Την επόμενη χρονιά εγκαθίστανται στην Πόρπη, που δεν έχει πολλά κουνούπια ούτε έλη και διαθέτει αρκετές γεωργικές εκτάσεις, μπαΐρια μεν άνυδρα αλλά με μικρότερο κίνδυνο ελονοσίας που ήταν το μεγαλύτερο κακό τον πρώτο καιρό και θέριζε. Η κινίνη, το σωτήριο φάρμακο, μοναδικό για τη θεραπεία και την πρόληψη της ελονοσίας ήταν ακριβό και δεν μπορούσε να φτάσει στα χέρια ανθρώπων χωρίς οργάνωση και ιατρική περίθαλψη.

Πολλοί πρόσφυγες, αν και δεν ήταν γεωργοί, είχαν δεχτεί ή ζητήσει να αποκατασταθούν ως αγρότες για να επωφεληθούν από τα δάνεια και τις παροχές της ΕΑΠ. Πούλησαν στη συνέχεια τον κλήρο τους κι εγκαταστάθηκαν σε πόλεις. Στην Πόρπη υπήρχαν τέτοιες οικογένειες.

    Συνήθως ο κλήρος δεν αποτελούσε ενιαία έκταση, αλλά τεμάχια αγρών που βρίσκονταν σε διαφορετικές τοποθεσίες και επειδή η ποιότητα των χωραφιών δεν ήταν παντού η ίδια ονομάστηκαν 1η, 2η και 3η κατηγορία. Η διανομή αρχικά ήταν προσωρινή μέχρι να γίνει η οριστική κτηματογράφηση από την τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας. Εκτός από τη γη παραχωρούνταν στέγη, εργαλεία, σπόροι, λιπάσματα και ζώα. Το 1928 οι προσφυγικοί οικισμοί σχεδόν οριστικοποιούνται. Οι πρόσφυγες εγκαθίστανται σταθερά πια σ’ ένα μέρος, ύστερα από μετακινήσεις που επιβάλλονταν είτε από τον εποικισμό είτε από δυσμενείς τοπικές και κλιματολογικές συνθήκες είτε από τη μάταιη ελπίδα του γυρισμού στις πατρογονικές τους εστίες.

ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

    Ως πιο συμφέρουσα μέθοδος για το κτίσιμο των οικημάτων τους προσφέρεται η αυτεπιστασία (το χτίσιμο του σπιτιού από τους ίδιους τους πρόσφυγες με τη χορήγηση όλων των οικοδομικών υλικών). Για το χτίσιμο των αγροτικών σπιτιών η αρμόδια υπηρεσία χορήγησε σε κάθε πρόσφυγα- οικογενειάρχη τα απαραίτητα οικοδομικά υλικά, ένα άλογο και ένα κάρο για τη μεταφορά τους και χρήματα για τους εργάτες και τεχνίτες. Με το σύστημα αυτό η Ε. Α. Π., κέρδισε πολύ χρόνο, γιατί χτίστηκαν γρήγορα τα σπίτια των προσφύγων, αλλά και χρήματα, γιατί περιορίστηκαν οι μεσάζοντες, αφού αυτές οι οικίες κάλυπταν το μισό περίπου του κόστους παρόμοιων κατοικιών που χτίστηκαν από εταιρείες. Οι δαπάνες της Ε.Α.Π. για εποικιστικές ανάγκες αγροτών προσφύγων στο διάστημα μέχρι το 1929 έφθασαν στο 21,83% του συνόλου των δαπανών όλης της χώρας, ενώ η δαπάνη που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια υπολογίζεται γύρω στις 41.315 δρχ. Η δαπάνη της αστικής αποκατάστασης, στο ίδιο διάστημα έφτασε στα 203.115.756 δρχ. Τα κτίσματα ήταν, συνήθως, δύο δωμάτια, μία αποθήκη και ένας στάβλος. Την αξία του παραχωρούμενου κλήρου θα πλήρωναν οι πρόσφυγες με δόσεις. Ο τίτλος που δινόταν στους κληρούχους ήταν τίτλος απλής κατοχής. Θα γινόταν τίτλος πλήρους κυριότητας αργότερα, μετά την αποπληρωμή του χρέους. Μετά τη διάλυση της ΕΑΠ, το 1930, τα χρέη των αγροτών προσφύγων ανέλαβε να εισπράξει η Αγροτική Τράπεζα.

    Το 1926 άρχισε να οικοδομείται το χωριό για τη μόνιμη εγκατάσταση των προσφύγων. Επιλέχθηκε ο χώρος, 500 μέτρα νότια του ήδη υπάρχοντος οικισμού των Μουσουλμάνων σε χέρσα περιοχή με μπαΐρια.  Χαράχτηκαν κάθετοι και οριζόντιοι φαρδείς δρόμοι, που όρισαν οικοδομικά τετράγωνα. Το καθένα απ’ αυτά χωρίστηκε σε οκτώ ίσα οικόπεδα  με εμβαδό 1.000 τ.μ. για κάθε οικόπεδο.  Στο κέντρο του οικισμού ορίσθηκε ένα Ο.Τ. για την ανέγερση της εκκλησίας, την τουλούμπα για την προμήθεια νερού και την πλατεία. Ορίστηκε ως μέρος για ανέγερση σχολείου οικόπεδο στα Ν. του χωριού έκτασης 5.οοο τ.μ. Όλοι οι αρχικοί κάτοικοι ήταν Μασταναριώτες, λίγο – πολύ συγγενείς μεταξύ τους.

    Σε λίγα χρόνια, ως το 1930 στο χωριό εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες κι από άλλα μέρη. Η εγκατάστασή τους έγινε με κριτήριο την καταγωγή. Έτσι σήμερα, αν εξαιρέσει κανείς τα οικόπεδα που παραχωρήθηκαν μετά το 1950 σε νέα ζευγάρια, μπορεί να δει καθαρά οριοθετημένες γειτονιές με βάση την καταγωγή του κάθε κατοίκου, όπως φαίνεται και στην παρακάτω  φωτογραφία.


ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

  Τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση όλων των σπιτιών ήταν οι πέτρες για τα θεμέλια και τα πλιθιά (ωμόπλινθοι) ή τα κερπίτσια, όπως τα ονόμαζαν, για το χτίσιμο των τοίχων.

  Τα κερπίτσια τα «έκοβαν» σ’ ένα μεγάλο σε έκταση και βαθύ σκάμμα, που έσκαψαν σε κοινόχρηστο αμμώδη τόπο, Δ. του χωριού, στους πρόποδες του λόφου του Πρ. Ηλία, στις λεγόμενες «γκιόλες», όπου το χώμα προσφερόταν για να κατασκευάσουν τα κερπίτσια.  Εκεί δούλευαν πολλά συνεργεία ταυτόχρονα, το κα­θένα από τα οποία αποτελείτο από τρεις άνδρες. Εκεί έφτιαχναν λάσπη ανακατεμένη με άχυρο και την κουβαλούσαν με ξύλινο φορείο (ντισκερέ) επάνω, όπου ο μάστορας (καλουπτσής) σε επίπεδο λείο έδαφος είχε τοποθετήσει ένα ξύλινο χωρίς βάση καλούπι με 12 στενόμακρα και ένα ορθογώνιο χώρισμα (8Χ12Χ24). Έριχναν τη λάσπη μέσα, ίσιαζαν τη λάσπη με ένα μυστρί και μόλις έπαιρνε το σχήμα του, ο καλουπτσής αφαιρούσε το καλούπι. Καλός μάστορας ήταν ο Ηλίας Μήλιογλου. Τα κερπίτσια στέγνωναν στον ήλιο μία εβδομάδα περίπου και ήταν έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Αφού στέγνωναν, μεταφέρονταν στο χώρο κατασκευής του νέου σπιτιού με τα κάρα. Τα υπόλοιπα ήταν δουλειά των  συγγενών και φίλων, ανάλογα με την τέχνη που ήξερε ο καθένας.

κερπίτσια

    Τα περισσότερα σπίτια κτίστηκαν βιαστικά με αβαθή θεμέλια και χαμηλά, στο ύψος της γης. Αποτελούνταν από δυο δωμάτια με ένα μικρό παράθυρο το καθένα στην πρόσοψη του σπιτιού, ήταν τα υπνοδωμάτια. Μπροστά ήταν ο σουντουρμάς, το χαγιάτι, που είχε έξοδο προς την αυλή, ήταν ο αποθηκευτικός χώρος, όπου φυλάσσονταν τα βαρέλια με το κρασί, το σιτάρι, το αλεύρι και όλα τα απαραίτητα σύνεργα για το σπίτι. Εκεί στέγαζαν το φούρνο ή τον χρησιμοποιούσαν ως καλοκαιρινή κουζίνα.

Η ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΖΩΗ

    Όταν οι πρόσφυγες απέκτησαν δικό τους σπίτι και γη, μετά από τόσες ταλαιπωρίες, ένιωσαν ότι μια καινούργια ζωή αρχίζει γι’ αυτούς. Τα συναι­σθήματα τους είναι ανάμεικτα. Νιώθουν χαρά, συγκίνηση, ανακούφιση, ασφάλεια και σιγουριά στην αγκαλιά της μητέρας Ελλάδας. Νιώθουν πόνο, θλίψη, νοσταλγία για όσα άφησαν πίσω τους, τα σπίτια που γεννήθηκαν, το βιός τους, τους τάφους των πατεράδων τους. Η σκέψη τους και η ψυχή τους έμειναν εκεί. Δε θέλουν να πιστέψουν ότι τα έχασαν για πάντα. Μια σπίθα ελπίδας κρυφοκαίει μέσα τους ότι θα ξαναγυρίσουν.

Οι καιροί όμως απαιτούν ρεαλισμό. Ο αγώνας για επιβίωση είναι δύσκο­λος. Πνίγουν τον πόνο, κρύβουν βαθιά μέσα τους την εικόνα της γενέτειρας γης, οπλίζονται με θάρρος, υπομονή, επιμονή, πείσμα και ξεκινούν την και­νούργια τους ζωή. Δραστήριοι και εργατικοί γρήγορα προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες και προοδεύουν.

Πρωταρχικό τους μέλημα είναι το νοικοκύρεμα των σπιτιών τους. Περι­έφραξαν τα οικόπεδά τους στην αρχή με παλιούρια και αργότερα με τοίχο από κερπίτσια, μόνο στις πλευρές προς το δρόμο. Προς τις αυλές των γειτό­νων οι περιφράξεις ήταν πρόχειρες, με τσαλιά κυρίως ή καλάμια, δεν ήθελαν να νιώθουν απομονωμένοι. Πολλές φορές μάλιστα άφηναν και ένα μικρό πέρασμα, μια πατέκα, όπως έλεγαν, για να επικοινωνούν μεταξύ τους.

    Πίσω από το σπίτι έκτισαν το στάβλο, το ντάμ’ για τα ζώα, τον αχυρώνα για να αποθηκεύουν το άχυρο και τις ζωοτροφές. Κατασκεύασαν το ξύλινο, στην αρχή, χοιροστάσιο (τσάρκο), το κοτέτσι και το μαντρί, όσοι είχαν πρό­βατα. Δίπλα στο σπίτι έκτισαν το φούρνο. Φύτεψαν οπω­ροφόρα δένδρα που ευδοκιμούσαν, όπως κυδωνιές, αχλαδιές, γκορτσιές, βερικοκιές, μουσμουλιές και χώρισαν ένα μέρος του οικοπέδου για λαχανικά. Οι νοικοκυρές έσπειραν λουλούδια μπροστά στο σπίτι, κυρίως πικροδάφνες, τριανταφυλλιές, κατιφέδες, μολόχες που άντεχαν στην ξηρασία, γιατί το νερό ήταν λιγοστό.

    Το πάτωμα του σπιτιού το άλειψαν με κοκκινόχωμα ανακατωμένο με άμμο και άπλωσαν τις ψάθες, που τις ύφαιναν οι νοικοκυρές με ξερά φύλ­λα καλαμποκιού. Πάνω έστρωσαν κουρελούδες, τα παρτσάλια, υφασμένες στον αργαλειό με λεπτές υφασμάτινες λουρίδες. Τακτοποίησαν τα λιγοστά του υπάρχοντα, όσα μπόρεσαν να μεταφέρουν από την πατρίδα. Κρεβάτια τα πρώτα χρόνια δεν είχαν. Κοιμούνταν όλοι στο πάτωμα πάνω στις υφαντές μάλλινες χοντρές κουβέρτες, τις στρώσεις. Αργότερα τοποθέτησαν κρεβάτι, ξύλινο στην αρχή, σιδερένιο μετά, μόνο στο δωμάτιο των γονιών. Η νοικοκυρά το έστρωνε με υφαντή πολύχρωμη κουβέρτα και τοποθετούσε για ομορφιά γύρω από το κρεβάτι τον κρεβατόγυρο (άσπρο μακρόστενο πανί με δαντέλα κατά μήκος στην άκρη).

   Στόλιζε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι με υφαντό ή κεντητό ταπί και φρόντιζε το δωμάτιο αυτό να είναι πάντα καθαρό και τακτοποιημένο, αφού ήταν συγχρόνως και το καθιστικό. Εκεί υπήρχε η ξυλόσομπα, εκεί δεχόταν τις γειτόνισσες που πήγαιναν να την επισκεφτούν, έχοντας πάντα μαζί τους το πλεκτό, το κέντημα ή τη ρόκα, τις δουλειές τους, όπως έλεγαν. Δε χασομερούσαν, συνδύαζαν την ψυχαγωγία με τη δουλειά.

Το χειμώνα το καθιστικό χρησίμευε και ως τραπεζαρία. Τα μέλη της οικογένειας έτρωγαν καθισμένοι κάτω, γύρω από το σοφρά (χαμηλό στρογγυλό ξύλινο τραπέζι), στρωμένο με υφαντό τραπεζομάντιλο, τη μεσάλα. Στην κουζίνα ήταν το τζάκι (μπατζάς), όπου έβραζε το φαγητό σε πήλινη ή αλουμινένια κατσαρόλα (τέντζερη). Μετρημένα ήταν τα πιάτα (αγγιά), τακτοποιημένα σε απλή ξύλινη πιατοθήκη, τα κουτάλια (χλιάρια) και τα πιρούνια (πιρόνια). Το βράδυ για το φωτισμό χρησιμοποιούσαν τις γκαζόλαμπες σε διάφορα μεγέθη με τα λαμπογιάλια τους πάντα καθαρά και αστραφτερά, δείγμα νοικοκυροσύνης.

Απαραίτητος σ’ όλα τα σπίτια ήταν ο αργαλειός, αφού όλα τα ρούχα τα ύφαιναν μόνες τους στον αργαλειό οι νοικοκυρές.

αργαλειός

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: