η έβδομη τέχνη στην Πόρπη

Η έβδομη τέχνη στην Πόρπη

Κινηματογράφος

   Θαυμαστός ο κόσμος του κινηματογράφου! Από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά ο κινηματογράφος, ξένος κι ελληνικός, αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό. Πολλές ταινίες παράγονται, κάποιες από αυτές αριστουργήματα, με ποικίλα θέματα: δακρύβρεχτες, ποιμενικές, ερωτικές, ηρωικές…  Απ΄ όλα έχει ο μπαξές! Οι κάτοικοι  των πόλεων έχουν το προνόμιο να μπορούν να πάνε στους κινηματογράφους που με την πάροδο των χρόνων πυκνώνουν. Οι κάτοικοι των πιο απομακρυσμένων περιοχών πώς θα μπορέσουν όμως να γευτούν τους καρπούς της έβδομης  τέχνης;

    Το πρόβλημα αυτό αναλαμβάνει στην αρχή να το λύσει η ιδιωτική πρωτοβουλία.  Το ότι οι κάτοικοι των χωριών είδαν κινηματογράφο αυτό οφείλεται αποκλειστικά στους πλανόδιους κινηματογραφιστές. Οι πλανόδιοι κινηματογραφιστές αποτέλεσαν το βασικό μοχλό για την ανάπτυξη του κινηματογράφου, σαν το κυρίαρχο λαϊκό θέαμα του 20ου αιώνα. Από το 1970 και μετά βοήθησε η πολιτεία, (είχαμε δικτατορία τότε να θυμίσω), με τον στρατιωτικό σινεμά. Την ίδια περίπου εποχή ένας τρίτος φορέας προβολής κινηματογραφικών ταινιών – κυρίως με ηθικο- διδακτικό περιεχόμενο- ήταν η Μητρόπολη που έστελνε κλιμάκιο με επικεφαλής  τον ιεροκήρυκα  Αρχιμανδρίτη, (ο Δαμασκηνός τότε με κάποια παιδιά του οικοτροφείου).

   Οι πλανόδιοι προβολατζήδες στην περιοχή της Πόρπης ήταν δύο κοντοχωριανοί. Πορπιώτης δεν τόλμησε να κάνει αυτή τη δουλειά. Άλλωστε οι Πορπιώτες προτιμούσαν να πατούν σε στέρεες βάσεις, να κάνουν τις δουλειές που ήξεραν να κάνουν καλά: να σπέρνουν, να θερίζουν, να οργώνουν, να κάνουν οικονομία… Απείχαν  από αμφίβολα επιχειρηματικά ανοίγματα. Οι άνθρωποι που γύριζαν με μια κινηματογραφική μηχανή κι ένα φορτηγάκι με μεγάφωνο ήταν ο Στραβολέγκας από τη Σάλπη και ο Κοσμίδης ο Βαγγελάκος, από τη διπλανή Μέσση.

7-paraskevas-kokkinotrimithia

     Χώρος προβολής ήταν συνήθως καφενεία. Συνήθως του Αντώνη Αργυρακάκη, απέναντι από το Δημοτικό Σχολείο, ή του Βασίλη Δερμανόπουλου ή του Μπεγιάζη ή του Ξενοφώντα. Έκλειναν ερμητικά με πανιά ή χαρτόνια τα παράθυρα και τις πόρτες και κάθε τρύπα απ’ την οποία θα μπορούσε πιθανόν να δει λαθραία κάποιος την ταινία. Τα Καλοκαίρια επιλέγονταν κάποιες αυλές καφενείων, που είχαν περίφραξη, συνήθως του Δερμανόπουλου ή του Μπεγιάζη. Κι επειδή ο κίνδυνος λαθραίων ήταν πολύ πιο οξυμμένος το Καλοκαίρι, τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυστηρά. Βέβαια, εμείς, μικροί φτωχοδιάβολοι, πάντα βρίσκαμε τρόπο να εισχωρήσουμε κρυφά, μόλις έσβηναν τα φώτακι άρχιζε η προβολή!

     Ο στρατιωτικός ή ο σινεμάς της Μητρόπολης ήταν δωρεάν και το Καλοκαίρι προβάλλονταν στην κεντρική πλατεία, σε μια λαμαρίνα που είχε τοποθετηθεί πάνω από το σημερινό αγροτικό ιατρείο. Στους κλειστούς χώρους το ρόλο της οθόνης αναλάμβανε κάποιο σεντόνι. Επειδή η διαφήμιση είναι απαραίτητη (ο Βολταίρος χαριτολογώντας έλεγε: ¨κι ο Θεός ακόμα έχει ανάγκη διαφήμισης, γι’ αυτό χτυπούν οι καμπάνες¨) το φορτηγάκι την ημέρα έκανε βόλτα στο χωριό και διαφήμιζε την ταινία: Το βραδάκι ο κόσμος κατηφόριζε στον τόπο προβολής, συχνά με τα καρεκλάκια στα χέρια και το πασατέμπο στην τσέπη (είπαμε οι Πορπιώτες είναι οικονόμοι).

Kinimatografos1
Από τα αρχεία του ΓΑΚ Κομοτηνής: στρατιωτικό έγγραφο για το πρόγραμμα «κινηματογράφος του χωριού», για το Νοέμβριο 1972.

    Οι κινηματογραφιστές μη φανταστείτε ότι ήταν άνθρωποι της τέχνης, κουλτουριάρηδες ή σινεφίλ! Καμία σχέση. Πρώην τσομπάνηδες ή γεωργοί που προσπαθούσαν να βγάλουν το μεροκάματο ήταν. Οι κάτοικοι των χωριών, όμως,  χάρη σε αυτούς μάθαιναν πώς ζούσαν στον υπόλοιπο κόσμο, πως ντύνονταν, πως διασκέδαζαν, πως χόρευαν και πως ήταν το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν. Χάρη σ’ αυτό το σινεμά γνωρίσαμε τον Αυλωνίτη, το Χατζηχρήστο, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τη Μάρθα Βούρτση.  Εδώ βλέπαμε τα εγκαίνια της Χούντας και το μυστρί του Παττακού, γιατί μερικές φορές πριν την προβολή της ταινίας έπαιζε τα  «επίκαιρα», ένα μικρό δελτίο ειδήσεων στην ουσία με εικόνα από την επικαιρότητα. Εδώ είδαμε και τα ινδάλματά μας:  το Δομάζο, το Σιδέρη, το Νεστορίδη, γιατί προβάλλονταν και στιγμιότυπα από αγώνες ποδοσφαίρου.

images

    Εμείς  τα παιδιά, συνεπαρμένοι από το θέαμα, ιδίως τα Καλοκαίρια, μέρες ή και βδομάδες μετά την παράσταση, αναπαριστούσαμε στις αλάνες και στα μποζαλίκια σκηνές της ταινίας που είχαμε δει, κάνοντας πότε τον Ταρζάν, πότε τον καουμπόυ, πότε τον Αγκόπ , τη Γκόλφω ή την Αναστασιά.

    Οι πλανόδιοι κινηματογραφιστές, αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό, για την ανάπτυξη του κινηματογράφου, σαν το κυρίαρχο λαϊκό θέαμα του 20ου αιώνα. Όλο αυτό το πανηγύρι, σταματά στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισε η επέκταση της τηλεόρασης. Με τον ερχομό της τηλεόρασης (πρώτη τηλεόραση στην  Πόρπη ήταν αυτή στο καφενείο του Βασίλη Δερμανόπουλου, όπου όρθιοι ή καθισμένοι κάτω στο τσιμέντο βλέπαμε τον «Παράξενο Ταξιδιώτη») η κρίση πλήττει τους πλανόδιους κινηματογραφιστές, που σιγά σιγά  σταματούν.

Δραπέτης…

του Στέφανου Ελευθεράκη

Πόρπη, Καλοκαίρι 1968, Ιούλιος μήνας. Η Πόρπη κινείται σε ράθυμους ρυθμούς. Έχει τελειώσει ο θέρος και η βασική της παραγωγή, τα δημητριακά (σιτάρι και κριθάρι κυρίως) είναι στοιβαγμένη στις αποθήκες, σε σακιά ή χύμα, οι έμποροι κάνουν την εμφάνισή τους στο χωριό, κάνουν τις πρώτες προσφορές τους και περιμένουν. Οι αγρότες πάλι, όσοι μπορούν  να αντέξουν λίγο ακόμα στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, παίζουν ένα παιχνίδι αναμονής. Διαπραγματεύονται λυσσαλέα την τιμή ανά κιλό, προσδοκώντας να πετύχουν καμιά δεκάρα παραπάνω. Δύσκολη εποχή, δεν υπάρχουν ακόμη συνεταιρισμοί και η πώληση των προϊόντων είναι ατομική υπόθεση του καθενός, απροστάτευτη εντελώς. Η Αγροτική Τράπεζα πιέζει, τα έξοδα τρέχουν, το τεφτέρι στα μπακάλικα του χωριού, στον Χατζή (κατά κόσμον Καρυοφύλλη Κουτσοδημάκη) ή στον Βασίλη Δερμανόπουλο, έχει μεγαλώσει επικίνδυνα.

Ψωμι-Για-Εναν-Δραπετη-1967 2

    Ράθυμος κι εγώ κι υπό την επήρεια του καυτού μεσημεριανού ήλιου ανεβαίνω την ανηφόρα στον κεντρικό δρόμο του χωριού που οδηγεί στην Καλλίστη, κλωτσώντας που και που καμιά πεσμένη κουκουνάρα. Έχει τελειώσει το παιχνίδι εκεί στην αυλή του δημοτικού σχολείου. Εκεί ήταν ο χώρος συγκέντρωσης κυρίως των αγοριών. Αγαπημένο μας παιχνίδι το Καλοκαίρι ήταν οι κόπτσες. Ένα παιχνίδι…καταστροφικό (κόπιτσα < τουρκική kopça, το κουμπί). Συγκεντρώναμε κόπτσες΄΄ (=κουμπιά)  απ’ τις παλιές φανέλες της μάνας μας, απ’ τα παλιά παντελόνια του πατέρα, από όπου μπορούσαμε να βρούμε. Γρήγορα όμως οι πηγές μας εξαντλούνταν, καθότι μας έπαιρνε είδηση η μάνα μας και τις συγκέντρωνε πριν από εμάς. Βλέπεις τις χρειάζονταν κι αυτή, για να τις χρησιμοποιήσει στις φανέλες που θα ράψει με το χέρι.

Στήναμε όρθιες τις ΄΄κόπτσες΄΄ στο χώμα και με το ΄΄κουρσιούμ’΄΄ (=είδος μπίλιας από μολύβι) σημαδεύαμε το ΄΄μπάσ(ι)΄΄, την ακραία δηλαδή και συνήθως μεγαλύτερη της σειράς…  Οι κόπτσες είχαν και διαφορετική «χρηματιστηριακή» αξία. Μια κόπτσα από το σακάκι είχε αξία ίση με δυο κόπτσες απ’ τη φανέλα. Μια χρωματιστή, κυρίως από γυναικεία ρούχα, είχε επίσης διπλή αξία. Εγώ, έχοντας το προνόμιο να έχω πατέρα ράφτη εξασφάλιζα στα κρυφά κάτι μεγάλα κουμπιά που είχε ο πατέρας μου για να ράψει στολές για αγροφύλακες. Ένα κουμπί από σακάκι αγροφύλακα άξιζε δέκα κουμπιά μικρά στο άτυπο ισοζύγιο συναλλαγών μας! Οι σπασμένες απορρίπτονταν ως …κίβδηλες! Στο παιχνίδι αυτό κέρδιζαν αυτοί που είχαν σταθερό χέρι, αυτοσυγκέντρωση και ειδικές ικανότητες στο «ισιάδ’» , δηλαδή να σημαδεύουν στα ίσια μπροστά τους. Οι τσέπες μερικών παιδιών, των πιο επιτήδειων στο σημάδι, ήταν γεμάτες από ΄΄κόπτσες΄΄ παντός χρώματος και μεγέθους. Των περισσοτέρων, δε, τα παντελόνια ήταν δεμένα με σπάγκο ή και με σύρμα, γιατί τα κουμπιά είχαν χαθεί στον τζόγο…

κοψεσ για παιχνιδι

Περπατώντας λοιπόν με κατεύθυνση το σπίτι μας, στον κεντρικό δρόμο του χωριού ακούω το γνώριμο βουητό ενός παλιού μικρού φορτηγού, που κι αυτό κουρασμένο από το διάβα των χρόνων, τις συνεχείς μετακινήσεις και τη μεγαλούτσικη ανηφόρα αγκομαχούσε. Ήταν πολύ λίγα τα οχήματα που κυκλοφορούσαν τότε και γυρίζοντας, το γνώρισα αμέσως. Ήταν το φορτηγάκι του Στραβολέγκα, του πλανόδιου σινεματζή της περιοχής από τη Σάλπη, πολύ γνωστού στο χωριό, νονού του σημερινού προέδρου μας, του Ηρακλή. Εφοδιασμένο με μια γεννήτρια, (ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε ακόμη η Πόρπη), αρκετά μέτρα καλώδιο για να στηθεί η γεννήτρια όσο γινόταν πιο μακριά από τους θεατές, μια παμπάλαια προπολεμική μηχανή προβολής, ένα μεγάφωνο κι ένα σεντόνι που έπαιζε το ρόλο της οθόνης. Κάθε Πέμπτη βραδάκι το Καλοκαίρι, πρόβαλλε μια ταινία σε ανοιχτό μεν, φυλασσόμενο δε, χώρο, αφού υπήρχε εισιτήριο και αυστηρός έλεγχος πριν την προβολή για να μην εισβάλουν λαθραία κάποιοι. Το εισιτήριο στοίχιζε δύο δραχμές, σεβαστό ποσό, ειδικά για εμάς τα παιδιά, που είχαμε χαρτζηλίκι σπανίως, στις μεγάλες γιορτές μόνο!

Καθώς κοντοστάθηκα, λοιπόν, καμαρώνοντας το μοναδικό τροχοφόρο, αυτό σταμάτησε δίπλα μου κι ο καλοκάγαθος πλανόδιος κινηματογραφιστής μου πρότεινε να ανεβώ στη θέση του συνοδηγού με διπλή αποστολή. Θα του έδειχνα τα κατατόπια του  χωριού, από ποιον δρόμο να πάει, πού να σταματήσει και ταυτόχρονα θα διαφήμιζα τη βραδινή παράσταση, ενημερώνοντας μέσω του μεγαφώνου που περήφανο έστεκε στην οροφή του φορτηγού για τη βραδινή παράσταση.

Άλλο που δεν ήθελα! Απ’ τη μια η πρόκληση της τζάμπα βόλτας και μάλιστα νόμιμα. Εδώ εμείς για να «φάμε καβαλίκα», (έτσι λέγαμε τη βόλτα με οποιοδήποτε όχημα), δεν διστάζαμε να εφορμούμε κρυφά κι ενώ ήταν σε κίνηση στο αυτοκίνητο του πραματευτή Μουμίν, που πουλούσε υφάσματα τότε και τα σχετικά και είχε ανοιχτά τα παραπέτα του αυτοκινήτου του για να φαίνεται το εμπόρευμα, με κίνδυνο ή να γκρεμοτσακιστούμε ή να μας συλλάβει επ’ αυτοφώρω ο αυστηρός Μουμίν. Ανεβαίναμε κρυφά επίσης, πίσω στο αλογόκαρο του Αλή Αγά (Αλέγας επί το ελληνικότερον) στο ξύλο που προεξείχε, το λεγόμενο «αγκούσ’ι».

Ο Αλέγας πουλούσε τα πάντα και το κινούμενο μαγαζάκι του ήταν για εμάς κάτι το μαγικό: σπόρια, φυστίκια, καραμέλες, χαλβάδες… Ο,τι μπορούσες να φανταστείς. Είχε και κάτι ωραίες σφεντόνες, λάστιχα τα λέγαμε, που ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για τα αγοράκια της Πόρπης. Δεν εννοείτο Καλοκαίρι χωρίς κυνήγι με τα λάστιχα! Και μάλιστα, επειδή οι περιφερόμενοι πραγματευτάδες συνέχιζαν το ταξίδι τους στο διπλανό χωριό, στα Παγούρια στη Μέσση ή στην Καλλίστη, εξαντλούσαμε κάθε όριο, παραμένοντας ως λαθρεπιβάτες πάνω στα κινούμενα οχήματα, όταν αυτά έφταναν έξω από το χωριό και ανέπτυσσαν ταχύτητα. Πηδούσαμε λοιπόν, αφού αρπάζαμε καμιά σφεντόνα ή καμιά καραμέλα από το δύστυχο Αλέγα και επιστρέφαμε με τα πόδια στο χωριό!

Η δεύτερη πρόκληση είχε πιο σύνθετα κίνητρα. Μου δινόταν η ευκαιρία να ακουστώ σ’ όλη την Πόρπη. Δεν είναι μικρό πράγμα να μιλάς και να σε ακούνε όλοι στο χωριό! Να ακούς κι εσύ ο ίδιος τη φωνή σου. Και να σε βλέπουν ζηλόφθονα τα άλλα παιδιά να στέκεσαι καμαρωτός και εποχούμενος! Και το κυριότερο: Το βράδυ, στην προβολή της ταινίας θα έμπαινα, φυσικά, δωρεάν! Θα γλύτωνα την περιπέτεια της -έτσι ή αλλιώς-  λαθραίας εισβολής, αφού χρήματα για σινεμά δεν υπήρχαν και έτσι «ουκ αν λάβοις…» Γνωρίζοντας άριστα τα κατατόπια του χώρου προβολής, κρυβόμασταν καλά στην περίφραξη της αυλής πίσω από το καφενείο του Δερμανόπουλου ή του Μπεγιάζη, που ήταν οι συνηθέστεροι. Περίφραξη τότε ήταν τα λεγόμενα «τσαλιά». Έκοβαν οι πατεράδες μας τσαλιά που ευδοκιμούσαν πέριξ της Πόρπης, στα λεγόμενα «αλτσάκια» και στοιβάζοντάς τα γύρω από το οικόπεδο δημιουργούσαν ένα τείχος προστασίας. Μπαίναμε, λοιπόν, κάτω από τα τσαλιά και εισχωρούσαμε στο χώρο προβολής, μόλις έσβηνε η μοναδική λάμπα που φώτιζε το χώρο, για να αρχίσει η προβολή. Ο δύστυχος Στραβολέγκας ή ο Βαγγελάκος Κοσμίδης, ο άλλος σινεματζής, τι και πώς να προλάβουν τη λαθραία εισβολή!

Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Πήδηξα απ’ τη χαρά μου εισβάλοντας στη θέση του συνοδηγού. Ο Στραβολέγκας με ενημέρωσε. Είχε μαζί του την αφίσα της ταινίας που θα παιζόταν το βράδυ, με όλες τις σχετικές πληροφορίες κι εγώ άρχισα το επ’ αμοιβή έργο μου, προσπαθώντας να μιλήσω όσο πιο καθαρά μπορούσα: «Ακούσατε, ακούσατε!!! Σήμερα το βράδυ στις εννιά, στο καφενείο του Βασίλη Δερμανόπουλου, θα παιχτεί η ταινία του Κώστα Ασημακόπουλου: Δραπέτης για ένα ψωμί !!! Πρωταγωνιστούν: Μαίρη Χρονοπούλου, Σπύρος Φωκάς, Νάλλυ Αγγελίδου και άλλοι σπουδαίοι ηθοποιοί. Μην χάσετε αυτήν την καταπληκτική παράσταση. Όλοι να έρθετε να απολαύσετε μια υπέροχη ταινία …. Επαναλαμβάνω κλπ κλπ Δραπέτης για ένα ψωμιίίίί..»

Υπήρχε, βεβαίως ένα μικρό λαθάκι σε όλη αυτή τη διαδικασία. Η ταινία μιλούσε για Ψωμί για ένα δραπέτη. Η ταινία, παραγωγής 1967, αναφέρονταν σε έναν Ιταλό στρατιώτη, που καταδιώκεται από τους Γερμανούς, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι δύο γυναικών, η μία θα τον φροντίσει και θα τον ερωτευθεί, ενώ η αδελφή της, που έχει χάσει 2 γιους στον πόλεμο της Αλβανίας, θα τον καταδώσει. Ταινία με εθνικοπατριωτικά στοιχεία. Ήταν αρχή της δικτατορίας τότε και ο κινηματογράφος προσπαθούσε να μεταδώσει τέτοια μηνύματα. Το λάθος μου δεν ξέρω αν το κατάλαβε κανένας. Πάντως ο Στραβολέγκας δεν το κατάλαβε και τήρησε τη συμφωνία μας. Έτσι το βράδυ μπήκα και είδα την ταινία κανονικά. Όχι σαν δραπέτης…

ψωμί

 

Θέατρο

τα μπουλούκια

    Τα Καλοκαίρια των αρχών της δεκαετίας του ’60 συνηθίζονταν 1-2 φορές κάθε χρόνο να περνάει από το χωριό κάποιος περιοδεύων θίασος και να δίνει βραδινή παράσταση. Ήταν τα λεγόμενα «μπουλούκια» κι αποτελούσαν τον κύριο φορέα της θεατρικής αγωγής των χωριών. Μερικές φορές η θεατρική παιδεία συμπληρώνονταν με επισκέψεις σε διπλανά χωριά, στη Ν. Καλλίστη συνήθως, όπου επίσης δίνονταν παραστάσεις και περισσότερες μάλιστα, γιατί ήταν μεγαλύτερο χωριό από την Πόρπη.

   Στην Ελλάδα ήταν παλιά συνήθεια, όπως ξέρετε, το θέατρο. Από την εποχή που ο Θέσπις ταξίδευε με τον αραμπά του μεταφέροντας τις παραστάσεις από τόπο σε τόπο κι έσουρνε τα “εξ αμάξης”, σε αυτόν τον τόπο του πνεύματος και του φωτός δεν σταματήσανε τα θεατρικά δρώμενα. Το ελληνικό μπουλούκι είναι μέρος της θεατρικής μας ιστορίας, είναι απόγονος του περιπλανώμενου διονυσιακού θιάσου, του αοιδού και του ραψωδού. Η διψασμένη, λοιπόν, για ζωντανό θέαμα Πόρπη έτρεχε να παρακολουθήσει την παράστασή του, που διαφημίζονταν, όπως κι ο κινηματογράφος, με το μεγάφωνο κάποιου φορτηγού.

402300-2011-06-09_191216

   Επειδή η υπόθεση “τέχνη” στην επαρχία ήταν άπιαστο όνειρο, γνώρισαν μεγάλη άνθηση και η δράση τους έφτασε μέχρι και τη δεκαετία του 1960 (το έργο τους σήμερα επιτελούν τα ΔΗΠΕΘΕ). Τα μπουλούκια ταξίδευαν με κάθε μέσο: με τρένα, με μουλάρια στα ορεινά, σε καρότσες φορτηγών στην περιοχή μας. Επειδή το χωριό ήταν μικρό έδιναν μόνο μια παράσταση και έμεναν όπου μπορούσαν, σαν τους τσιγγάνους – συχνά κάτω από άθλιες συνθήκες. Συνήθως ήταν οικογένειες θεατρίνων, μπορεί και δύο γενιών πού γύριζαν σε όλη την Ελλάδα σε χωριά και κωμοπόλεις δίνοντας παραστάσεις σε καφενεία, σχολεία, πλατείες και αλώνια. Δημιουργώντας αυτοσχέδιες σκηνές από τα ίδια τα τραπέζια του καφενείου και φωτισμό με λάμπες λουξ. Σε μικρά χωριά συχνά αντί για εισιτήριο ο κόσμος τους πήγαινε καμιά κότα, αβγά, ζυμωτό ψωμί, σιτάρι, ζαρζαβατικά και ό, τι άλλο αγαθό είχε ο καθένας.

   Τι έπαιζαν; Τα πάντα: Δράματα, («Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», Η «Γκόλφω», «Η ωραία του πέραν», «Ο κουρσάρος», «Εσμέ η Τουρκοπούλα» «Μαρία Πενταγιώτισα» ….), κωμικά σκετς, νούμερα επιθεώρησης, τραγουδούσαν, χόρευαν! Μέχρι και ταχυδακτυλουργικά κολπάκια περιελάμβανε το ρεπερτόριό τους! Οπότε στις παραστάσεις τους υπήρχε και συγκίνηση και γέλιο και διασκέδαση! Όσο μεγαλύτερο ρεπερτόριο είχε ένα μπουλούκι, τόσο περισσότερο μπορούσε να μείνει σε ένα μέρος, αλλάζοντας έργο κάθε βράδυ. Κι αυτό ίσως ήταν το μεγαλύτερο σχολείο των μπουλουκιών: ο αυτοσχεδιασμός. Αυτό τους έδινε άλλωστε και τη δυνατότητα να περνούν από την κωμωδία στο δράμα και αντίστροφα. Δράμα και κωμωδία, κάποια τραγουδάκια, για να μην φύγει το κοινό σεκλετισμένο από την παράσταση.

   Η προκατάληψη απέναντί τους ήταν αρνητική από τις τοπικές κοινωνίες της εποχής. Οι ηθοποιοί –και οι μουσικοί- θεωρούνταν κάπως χαλαρών, ελευθέριων ηθών άνθρωποι και δεν τους εκτιμούσε πολύ ο κόσμος! Παρόλο που φρόντιζαν οι θιασάρχες τα σχήματα να είναι οικογενειακά και τα υπόλοιπα μέλη να είναι όσο το δυνατόν ζευγάρια για να μην προκαλούν, ωστόσο η προκατάληψη για τους θεατρίνους ήταν βαθιά ριζωμένη. Η εκκλησία δεν μπορούσε να δεχτεί το σινάφι των «αμαρτωλών» και «ακαθάρτων», που άνδρες και γυναίκες συμβιώνουν, κοιμούνται όπου να’ ναι, γδύνονται και ντύνονται για να βγούνε στη σκηνή, καμώνονται πώς ερωτεύονται, πως τάχα πεθαίνουν και «όλα αυτά τα υποκριτικά και ψεύτικα».

   Μικρά παιδάκια εμείς, άμα τη αφίξει του μπουλουκιού στο χωριό, το παίρναμε καταπόδι και παρακολουθούσαμε σαν εξωγήινους τους πρωταγωνιστές του. Προσφέραμε υπηρεσίες δείχνοντάς τους τα κατατόπια και κάνοντας μικροδουλειές. Μερικές φορές, αν οι ανάγκες του θεατρικού έργου το επέβαλλαν, διάλεγαν κάποιον από εμάς, για κομπάρσο.  Ήταν άνθρωποι διαφορετικοί από αυτούς που ξέραμε. Κοσμογυρισμένοι, μιλούσαν άλλα ελληνικά, τους βλέπαμε σαν εξωγήινους!  Στα παιδικά ματάκια μας επρόκειτο για θαύμα. Το μεσημέρι τα ίδια πρόσωπα οδηγούσαν το φορτηγό, μετά διαφήμιζαν το έργο τους, γυρνώντας στο χωριό. Στη συνέχεια οι ίδιοι, κάρφωναν τα σανίδια, κρεμούσαν κουρτίνες, έστηναν σκηνικά μετατρέποντας το χώρο από αυλή ή καφενείο σε θεατρική σκηνή! Και το βράδυ αυτοί ήταν οι ταξιθέτες, αυτοί έκοβαν εισιτήρια, αυτοί δημόσιες σχέσεις. Και στην παράσταση μεταβάλλονταν σε θαυμαστούς ήρωες, σε πρωταγωνιστές, που με το ταλέντο τους σαν να ήταν ξαφνικά άλλοι, πιο μεγάλοι, πιο όμορφοι, πιο θαυμαστοί!!! Έπαιζαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, έκαναν μαγικά κόλπα, σκορπούσαν γέλιο με σκετσάκια!

images
προετοιμασία για τη βραδινή παράσταση

   Τα παλληκάρια του χωριού –και μεγάλοι άνδρες ακόμη (γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε) συνωστίζονταν στις πρώτες θέσεις απ’ όπου το θέαμα ήταν πιο … μεγαλοπρεπές! Τα κορίτσια που λικνίζονταν φορούσαν σχετικά κοντά φουστάνια και στροβιλιζόμενα στη σκηνή άφηναν το μεν μάτι να βλέπει πολλές ανατομικές λεπτομέρειες, τη δε φαντασία να οργιάζει! Αν ήταν, δε, τυχεροί, μπορούσαν να βλέπουν από το πλάι τα παρασκήνια, στα οποία οι ηθοποιοί άλλαζαν ρούχα, γιατί άλλαζαν και πολλούς ρόλους!

   Τα μπουλούκια αποτέλεσαν μικρό πανεπιστήμιο και περάσανε μεγάλα ονόματα που γίνανε μετέπειτα γνωστοί πρωταγωνιστές όπως η Σπεράντζα Βρανά, η Καλή Καλό, ο Κώστας και Γιώργος Γακίδης, ο Στέφανος και η Αλέκα Στρατηγού καθώς και οι οικογένειες Στέφανου και Κατίνας Καλουτά με τις γνωστές κόρες Άννα και Μαρία, τα γνωστά τότε «Καλουτάκια», την οικογένεια Κοτοπούλη όπου έπαιξε σε ηλικία 12 χρονών στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας»- η κατόπιν μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη-, η οικ. Νέζερ, η οικ. Πρεβελέγγιου και πολύ άλλοι.Πολλά χρόνια τα θεατρικά μπουλούκια μέσα από τεράστιες δυσκολίες και με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν, γαλούχησαν θεατρικά το μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της περιφέρειας και επηρέασαν αισθητικά και θεματικά τον λεγόμενο εμπορικό κινηματογράφο και την επιθεώρηση.

Ο άθλος του Ηρακλέους

   Ένα από τα συνηθέστερα μέρη στα οποία παιζόταν θεατρικές παραστάσεις στην Πόρπη ήταν το καφενείο και κέντρο διασκέδασης του Αντώνη Αργυρακάκη. Δεν ήταν σε κεντρικό σημείο του χωριού αλλά είχε άλλα πλεονεκτήματα. Ήταν απέναντι από το Δημοτικό Σχολείο, συνήθη τόπο συγκέντρωσης των παιδιών, που έπαιζαν στη μεγάλη του αυλή. Λειτουργούσε ως μικρό μάρκετ, ως καφενείο και ενίοτε ως κέντρο διασκέδασης. Λίγο απ’ όλα δηλαδή! Μάλιστα, στον σχετικά πολύ άνετο εξωτερικό του χώρο, υπήρχε μια πλούσια ακακία στο κέντρο ακριβώς της λεγόμενης «πίστας», μιας στρογγυλής τσιμεντοστρωμένης επιφάνειας, στην οποία, όταν γινόταν κάποιο γλέντι, χόρευαν οι πορπιώτες και οι πορπιώτισσες και όταν ήταν καφενείο, πρόσφερε τη δροσιά της.

   Πρέπει να ήταν περίοδος Πάσχα, γιατί το βραδάκι έτσουζε ακόμη το κρύο κι έτσι η παράσταση του νεοφερμένου μπουλουκιού θα γινόταν μέσα στο καφενείο του Αντώνη Αργυρακάκη. Η πιτσιρικαρία του χωριού, που τότε ήταν μπόλικη, ακολουθούσε καταπόδι τους καινούριους επισκέπτες, καταγράφοντας και την παραμικρή κίνηση των μελών του.  Κάποια στιγμή μια σοβαρή, όμορφη κυρία, μέλος του θιάσου και –όπως διαπιστώσαμε το βράδυ στην παράσταση- πρωταγωνίστρια, μας φώναξε στο εσωτερικό του καφενείου, μας έβαλε σε κύκλο, μας έκανε κάποιες αθώες ερωτήσεις και στο τέλος διάλεξε ένα παιδάκι, που -οι υπόλοιποι το ζηλέψαμε πολύ για την τύχη του- το βράδυ θα έπαιζε στο δραματικό μέρος του έργου το ρόλου του μικρού ορφανού παιδιού. (Πολύ αργότερα, όταν παραμεγαλώσαμε, μάθαμε ότι αυτό που έγινε τότε ήταν η λεγόμενη οντισιόν!!!).

   Ο μικρός που διάλεξαν τότε έγινε μεγάλος αργότερα και μάλιστα σήμερα είναι ο Πρόεδρος της Πόρπης, ο αγαπητός μας Ηρακλής. Θέλεις η έκφρασή του, θέλεις η εμφάνισή του, οι κινήσεις του, η άνεσή του, το κρυφό του ταλέντο (;) οδήγησαν την πρωταγωνίστρια ηθοποιό στο να διαλέξει αυτόν από τόσα άλλα παιδάκια για το ρόλο δυστυχισμένου και ταλαιπωρημένου. Οι υπόλοιποι, μετά την επιλογή, περιμέναμε με αγωνία και λαχτάρα το αποτέλεσμα της επιλογής. Προσωπικά, δεν μπορούσα ούτε κατά διάνοια να φανταστώ τον Ηρακλή στη σκηνή να παίζει σοβαρά, χωρίς να γελάσει ή να φοβηθεί μπροστά σε τόσο κόσμο. Κι όμως, το βράδυ τρίβαμε τα μάτια μας! Ένα όχι μόνο σοβαρό αλλά εντελώς πειστικό δυστυχισμένο ορφανό παιδάκι, φερμένο λες από κάποιο ίδρυμα! Η μαγεία του θεάτρου! Ήταν ο χαμηλός φωτισμός (ένα πολυκαιρισμένο Λουξ), ήταν η υπερυψωμένη θεατρική σκηνή, ήταν η υποβλητική ατμόσφαιρα που υπήρχε, ήταν η συγκίνηση που το υποκριτικό ταλέντο των ηθοποιών είχε μεταδώσει…. !  Ήταν μάλλον όλα αυτά, και ενώ περιμέναμε χαιρέκακα να κάνουμε τη σχετική καζούρα στο φίλο μας Ηρακλή (το κοινό τότε συμμετείχε ενεργά στην παράσταση με γιούχα ή με επιδοκιμασίες) στο τέλος κοντεύαμε να κλάψουμε. Αυτή η μετάλλαξη δεν ήταν μόνο άθλος του θεάτρου που έχει τη δύναμη να μεταβάλλει το ασήμαντο σε σημαντικό. Ήταν και άθλος του Ηρακλέους!!!

Ο Ηρακλής πριν και…. μετά

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: