Επαγγέλματα

   Οι περισσότερες οικογένειες παλιά κάλυπταν τις ανάγκες τους στα πλαίσια της οικογένειάς τους. Υπήρχε δηλαδή αυτάρκεια, όσον αφορά τουλάχιστον τα βασικά: έβγαζαν τα περισσότερα τρόφιμα μόνοι τους, έκαναν αλεύρι, ψωμί, καλλιεργούσαν λαχανικά και όσπρια, παρήγαγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Τα απαραίτητα προϊόντα που αγόραζαν, γιατί δεν μπορούσαν να παράξουν, ήταν κυρίως: λάδι, ζάχαρη (κάποιοι έσπερναν ζαχαροκάλαμα) και αλάτι. Αυτά τα προμηθεύονταν από τον Κασαμπά, την Κομοτηνή ή κι από την Ξάνθη (με κουραστικές και δύσκολες μετακινήσεις, στην αρχή με τα κάρα ή με τα πόδια, αργότερα με πιο σύγχρονα μέσα) ή από πλανόδιους πωλητές που ερχόταν σε τακτά διαστήματα στο χωριό. Αλάτι έπαιρναν από την «τούζλα», την αλυκή που υπήρχε έξω από τη Γλυφάδα.

    Εκτός από τα αγαθά, όμως, υπήρχαν και υπηρεσίες, τεχνικές κυρίως, που απαιτούσαν ειδικές γνώσεις ή ειδικά μηχανήματα ή εργαλεία. Αυτά καλύπτονταν ή μόνιμα με κάποιον συγχωριανό ή με περιφερόμενους επαγγελματίες. Στα επόμενα χρόνια με την άνοδο του επιπέδου ζωής δημιουργήθηκαν περισσότερες απαιτήσεις στην παροχή υπηρεσιών, οπότε αυξήθηκαν και οι επαγγελματίες.

Περιφερόμενοι επαγγελματίες που πρόσφεραν αγαθά ή υπηρεσίες, αλφαβητικά,  ήταν:

Ακονιστής: συνήθως γύφτοι, περιφέρονταν έχοντας ειδικό μηχάνημα για να ακονίζουν μαχαίρια.

Αρκουδιάρης: Υπερθέαμα για την εποχή. Συνήθως ήταν κάποιος γύφτος που κρατούσε το δύσμοιρο ζώο αιχμάλωτο και το υποχρέωνε με την απειλή του πόνου να κάνει διάφορα σκέρτσα. Αφού έκανε την επίδειξη γυρνούσε μα κάποιο δίσκο ή κουτί ή καπέλο και μάζευε την εισφορά για το θέαμα που πρόσφερε από τους θεατές.

Γυρολόγος ή πραματευτής: κουβαρίστρες, μανταλάκια, καθρεφτάκια, καλλυντικά, γλυκά, κουβάδες… Ο, τι βάζει ο νους! Πιο γνωστός από τους πολλούς που πέρασαν ήταν ο Αλήαγας, ο Αλέγας.

Καλαθάς: Τσιγγάνοι έκαναν κι αυτή τη δουλεία. Τα καλάθια πλέκονταν με καλάμια ή «σουούτια», κλαδιά ιτιάς, και είχαν μεγάλη χρήση πριν την έλευση της πλαστικής σακούλας που τα έθεσε στο περιθώριο. Οι τσιγγάνοι έκαναν καλάθια κάθε μεγέθους, κοφίνια, σκεπαστούρες για τις κλώσες κλπ.

Καρεκλάς: Συνήθως τσιγγάνος. Επιδιόρθωνε τις ψάθινες καρέκλες επί τόπου. Ξήλωνε την φθαρμένη ψάθα κι έπλεκε καινούρια. Από το 1970 και μετά η ψάθα στην καρέκλα αντικαταστάθηκε με νάιλον λωρίδες.

Καροποιός: Στην Πόρπη κάρα ή εξαρτήματα κάρων έφτιαχνε ο Αγγελούδης Λιάκος και ο Ηλίας Μήλιογλου. Συνήθως όμως οι παραγγελίες για το βασικό μεταφορικό μέσον της εποχής γινόταν στην Κομοτηνή. Υπήρχαν καροποιοί, επίσης, σε διάφορα χωριά π.χ. στην Αίγειρο. Στην Ν. Καλλίστη ο Σταμάτης Μήλιογλου από τ0 1960 και μετά έφτιαχνε τα μεταλλικά εξαρτήματα των κάρων.

Μανάβης: Ντόπιοι μανάβηδες, Πορπιώτες δηλαδή, υπήρξαν ελάχιστοι, κυρίως λόγω της μεγάλης έλλειψης νερού και της αδυναμίας για παραγωγή άφθονων λαχανικών στην Πόρπη. Περιστασιακά το επάγγελμα του μανάβη εξάσκησαν οι Θεμιστοκλής Κουμπουτζής και ο Χρήστος Ζεϊμπέκης.

ΜπασματζήςΥφασματοπώλης: Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

Μυλωνάς: Οι άνθρωποι μετέφεραν τα τσουβάλια τους με το καλαμπόκι ή το στάρι στο μύλο για άλεσμα. Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά, οι περισσότεροι ήταν υδρόμυλοι, δίπλα σε ποτάμια και ρέματα. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά. Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι συνθλίβονταν και μετατρέπονταν σε αλεύρι. Ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά και σπάνια έπαιρνε χρήματα. Οι μύλοι που άλεθαν οι Πορπιώτες το σιτάρι ήταν δύο: του Καραΐσκάκη, στη Μέση και του Πάντζου στο Μικρό Κρανοβούνιο.

Παγωτατζής: «Μαύρη κότα, άσπρο αυγό». Ο πιο δημοφιλής στα παιδιά περιφερόμενος επαγγελματίας. Περιφέρονταν στα χωριά με ένα τρίκυκλο μηχανάκι και συντηρούσε το ευπαθές προϊόν του με πάγο. Πληρωνόταν και με αυγά ή άλλα είδη, ενώ πουλούσε και μισά παγωτά, κόβοντας με το μαχαίρι στη μέση το ξυλάκι.

Παλιατζής: με το τρίκυκλο μηχανάκι τους, το αγροτικό τους ή το φορτηγάκι τους γυρνάνε τις γειτονιές και φωνάζουν από το μεγάφωνο “ο παλιατζήηηηης… αγοράζω παλιά”. Αν οι άνθρωποι έχουν παλιές συσκευές και όχι μόνο, έρχεται για να τις πάρει. Είναι ένα χρήσιμο επάγγελμα γιατί του δίνουμε τα παλιά μας πράγματα και χάρη σε αυτόν δεν είναι οι αυλές μας γεμάτες με παλιά και άχρηστα πράγματα

πεταλωτής (αλμπάνης): Το πετάλωμα γινόταν από περιφερόμενους επαγγελματίες που πετάλωναν τα ζώα, για να μην φθείρονται εύκολα και πονούν τα πόδια τους κυρίως σε μουλάρια και άλογα.

Πηγαδάς : ήταν ένα σπουδαίο επάγγελμα, γιατί τότε το κάθε σπίτι είχε το πηγάδι του για να έχει νερό για πότισμα και για άλλες χρήσεις. Ο πηγαδάς άνοιγε το πηγάδι και ύστερα το έχτιζε. Το χτίσιμο του πηγαδιού απαιτούσε τέχνη. Χτιζόταν κυκλικά με πέτρες και το χτίσιμο διαρκούσε αρκετές μέρες. Πάνω από το πηγάδι τοποθετούνταν το μαγγάνι για να διευκολύνει το κατέβασμα και ανέβασμα του κουβά. Σήμερα στις αυλές ορισμένων σπιτιών υπάρχουν πηγάδια που τώρα πια έχουν μόνο διακοσμητικό ρόλο

Σαμαρτζής ή σαμαράς: Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γινόταν κυρίως με γαϊδούρια και μουλάρια, εφόσον το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η μορφολογία του εδάφους δυσχέραινε τις μετακινήσεις. Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήταν απλά με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

  Τζαμπάζης:  λεγόταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων κυρίως μουλαριών, αλόγων, βοδιών. Τα ζώα αυτά ή τα αγόραζαν ή τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα που ήταν καλύτερα.    Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών πράξεων πραγματοποιούνταν στις ζωοπανηγύρεις και στα παζάρια, όπου ο τζαμπάζης οδηγούσε τα αγορασμένα ή τραμπαρισμένα ζώα για τελική πώληση ή νέα τράμπα (αλλαγή).

Φωτογράφος Ο υπαίθριος φωτογράφος με την άσπρη μακριά μπλούζα του γύριζε στα χωριά με την ξύλινη φωτογραφική μηχανή, στερεωμένη σε ξύλινο τρίποδα. Η διαδικασία της φωτογράφισης ήταν χρονοβόρα και κοπιαστική: ο φωτογράφος έστηνε τους πελάτες του, έβαζε το χέρι μέσα στο θάλαμο της μηχανής, έβλεπε τη στάση μέσα από ένα φαρδύ μανίκι, τραβούσε τη φωτογραφία και μετά την εμφάνιζε. Οι φωτογραφίες ήταν καλλιτεχνικές: ενθύμια στρατού με ζωγραφισμένες κορνίζες και συγκινητικούς στίχους, άλλες με θέματα όπως δάσος, λουλούδια, τοπία. Ο πλανόδιος φωτογράφος κράτησε ως το 1970 περίπου. Οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κιτρινισμένες απ’ την πολυκαιρία, μαρτυρούν το χρόνο που έχει περάσει ενώ οι παλιές φωτογραφικές μηχανές έχουν γίνει μουσειακό είδος. Ο γνωστότερος φωτογράφος της περιοχής ήταν ο Μίμης Ιωαννίδης, απ’  το Μεγ. Κρανοβούνιο.

Ψαράς: Κυρίως απ’ το Φανάρι, το πλησιέστερο ψαροχώρι ή το Πορτολάγος. Υπήρχαν κι άλλοι όμς από άλλα μέρη. Εκτός από τους νόμιμους ψαράδες ευδοκιμούσαν και οι παράνομοι, οι λεγόμενοι  ψαροκλέφτες, που ψάρευαν ψάρια από τη Βιστωνίδα ή από τον Τραύο ποταμό, τον λεγόμενο και Ακσού, κυρίως σαζάνια.

 

Επαγγελματίες στην Πόρπη:

Αγροφύλακες: Αντωνακάκης Θανάσης, Λιάκος Αντώνιος, Αργυρακάκης Φώτης, Ελευθεράκης Δημήτρης, Παιδαράκης Γιώργος

Θεριζοαλωνιστής: Κατσίκας, Φλωροκάπης

Ιερείς: βλέπε https://porpiotis.wordpress.com/8-%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%af%ce%b1/

Καφενεία Μπακάλης: βλέπε https://porpiotis.wordpress.com/2018/06/23/%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b1/

Κουρέας – μπαρμπέρης: Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από το γαλλικό barbe = «γένι», «μούσι». Χειρωνακτικό επάγγελμα που έχει τις ρίζες του σε αυτό του μεσαιωνικού κουρέα, που διατηρούσε δημόσια λουτρά και περιποιούνταν πελάτες και ασθενείς. Ο μπαρμπέρης ήταν βοηθός του και ασχολούνταν κυρίως με το κόψιμο των μαλλιών και το ξύρισμα των πελατών. Ο κουρέας και ο μπαρμπέρης είχαν κυρίως ανδρική πελατεία. Οι μπαρμπέρηδες πλήρωναν ενοίκιο στον κουρέα για να χρησιμοποιήσουν το μαγαζί. Από τον 16ο αι. και μετά, οι μπαρμπέρηδες απόκτησαν μια κάποια αυτονομία και ανταγωνίζονταν τους κουρείς. Εκτός από το ξύρισμα και το κούρεμα θεράπευαν κοψίματα, τρυπήματα, κατάγματα και άλλα ατυχήματα που τους απέδιδαν χρήματα. Στην Πόρπη κουρείο για πολλά χρόνια διατηρούσε ο Στέργιος Δουλγεράκης, για ένα μικρό διάστημα ο Αντώνης Λιάκος, ενώ στον τουρκικό μαχαλά ο Σιαμπάν.

Μαμή: Ξεγεννούσε γυναίκες των οποίων η μεταφορά στο νοσοκομείο δεν μπορούσε να γίνει. Εάν έβλεπε δυσκολίες στη γέννα ζητούσε τη βοήθεια γιατρών. Μαζί της κουβαλούσε μια τσάντα στην οποία υπήρχαν τα διάφορα σύνεργα για τη γέννα όπως βεντούζες και ενέσεις. Μετά την γέννα, η μαμή ανακοίνωνε το φύλο του μωρού περιμένοντας και το φιλοδώρημά της από τους στενότερους συγγενείς. Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας μάλιστα, το φιλοδώρημα αυτό ήταν μεγαλύτερο όταν το νεογέννητο μωρό ήταν αγόρι. Γκαράνη Παναγιώτα

Μανάβης : Κουμπουτζής Θεμιστοκλής, Ζεϊμπέκης Χρήστος

Μοδίστρα: ασχολούνταν με τη γυναικεία ενδυμασία. Μια μοδίστρα είχε και μαθήτριες που την βοηθούσαν στο ράψιμο. Βασικό εργαλείο της ήταν η ραπτομηχανή. Οι πρώτες ραπτομηχανές ήταν χειροκίνητες, ενώ αργότερα κατασκευάστηκαν ποδοκίνητες. Χρησιμοποιούσε ψαλίδια, ξύλινο μέτρο (πήχης), κλωστές. Ακόμα χρησιμοποιούσε καρφιτσερό, τρίγωνο, μικρές βελόνες, κουβαρίστρες και δαχτυλήθρα.

Μουσικοί Οργανοπαίχτης: Ελευθεράκης Χρήστος, ακορντεόν, Μαστοράκης Δημήτρης, βιολί, Σταθάκης Δεληκωνσταντίνου, γκάιντα, Κώστας Πάλλας (Κοττάς), βιολί, Αλέξ. Πάλλας (Αλεξαντρής) Λαούτο,  Στάθης Πανάς, μπουζούκι

Οικοδόμοικτίστες:

Πετρέλαιο: Μπεγιάζης Χρ., Παιδαράκης ΣΤ., Κουτσοδημάκης Αλ., Φλωροκάπης Θαν.

Ράφτης : Η ραπτική και η υφαντουργία ήταν οικιακές ασχολίες, ιδιαίτερα των γυναικών που έφτιαχναν τα βασικά είδη ρουχισμού. Υπήρχαν όμως, πολλοί επαγγελματίες ράπτες που ειδικεύονταν στην κατασκευή συγκεκριμένων ειδών εγχώριων ενδυμάτων από τσόχα ή υφαντό και τα έραβαν με μεταξωτή κλωστή («μπρισίμι»), διακοσμώντας τα με γαϊτάνια, με κεντήματα και κουμπιά. Η κοπτοραπτική ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, με πρώτη ύλη το τραγόμαλλο, που κάλυπτε τις ενδυματολογικές ανάγκες του ποιμενικού κόσμου, ορεινών αλλά και πεδινών περιοχών. Από τα μέσα του 19ου αι. εμφανίστηκαν οι «φραγκοράφτες», που έραβαν τις «ευρωπαϊκές» ενδυμασίες, ενώ κάποιοι διέθεταν και υφάσματα γι’ αυτές (εμποροράφτες). Παράλληλα υπήρχαν και οι γυναίκες (μοδίστρες) για την ραπτική των γυναικείων ενδυμάτων. Το επάγγελμα του ράφτη είναι πολύ παλιό. Οι μηχανές που χρησιμοποιούσαν ήταν ποδοκίνητες ως το 1962. Στη συνέχεια οι μηχανές είχαν μοτέρ. Ένας τεχνίτης έπρεπε να δουλέψει 30 μεροκάματα για να ράψει ένα ολόμαλλο κουστούμι . Επειδή το ράψιμο στοίχιζε πολύ συνήθως έραβαν ένα κουστούμι γύρω στα 18 ή μετά το στρατό ή όταν παντρεύονταν. Παλιά χρησιμοποιούσε ραπτομηχανή του χεριού, που γάζωνε με το χέρι. Αργότερα γάζωνε με μηχανή του ποδιού, που δούλευε κουνώντας το πόδι του. Σήμερα όμως χρησιμοποιεί ηλεκτρική μηχανή, που γαζώνει γρήγορα και έτσι δεν κουράζεται πολύ. Επάνω στη ραπτομηχανή υπάρχουν τα μασούρια με τις κλωστές διαφόρων χρωμάτων. Στον πάγκο του έχει διάφορα εργαλεία για τη δουλειά του Πάγκος – καμπούρης, Ψαλίδια – Μέτρο, Στραβόριγες – Μαξιλαράκι (για σιδέρωμα), Διπλό παοχαρο (για μανίκια), Δαχτυλήθρες – βελόνες – κλωστές. Το ταυ για να τραβάει γραμμές με μια κιμωλία πάνω στο ύφασμα, για να παίρνει τα σημάδια. Το σιδέρωμα γινόταν με σίδερο που έπαιρνε μέσα κάρβουνο. Όταν έπρεπε να μειωθεί η θερμοκρασία έκλειναν κάποιες «πορτίτσες» ώστε το κάρβουνο να μην παίρνει αέρα. Ο καλός ράφτης είχε πολλούς πελάτες και έπαιρνε πολλές παραγγελίες, γι’ αυτό είχε πάντα δουλειά. Η δουλειά του είναι όμως πολύ δύσκολη, κουραστική και επικίνδυνη, και θέλει προσοχή όταν δουλεύεις στη ραπτομηχανή. Στην Πόρπη ράφτες ήταν: Ελευθεράκης Σταύρος και για πολύ λίγο ο Δρίνης Πολυχρόνης

Σιδεράς: Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ό, τι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σε αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω σε μια μεγάλη σιδερένια βάση, το αμόνι. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από το σιδερά, γιατί τα σίδερα ήταν βαριά και γιατί ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά. Σιδεράδικο  για πολλά χρόνια είχε ο Σταμάτης Μήλιογλου, στην Πόρπη αρχικά κι αργότερα στην Καλλίστη.

Ψάλτης: Ελευθεράκης Σταύρος https://porpiotis.wordpress.com/8-%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%af%ce%b1/

Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: